Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Περί της Οδού Written by Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου APO ΖΩΟΦΟΡΟΣ



Περί της Οδού

 

Συχνά τίθεται τό ερώτημα άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Σέ αυτό τό ερώτημα δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, οι περισσότερες τών οποίων κατατείνουν στό ότι ο Χριστιανισμός εκφράζεται περισσότερο ως Εκκλησία παρά ως θρησκεία. Σέ αυτό έχω καταλήξει στό βιβλίο μου «Θρησκεία καί Εκκλησία στήν κοινωνία».

 

Ο όρος θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Απόστολο Παύλο γιά νά χαρακτηρίση τήν αίρεση τού Ιουδαϊσμού (Πράξ. κστ', 4-5), καί τήν «θρησκεία τών αγγέλων», πού επαγγελλόταν ο γνωστικισμός (Κολ. β', 18-19). Κυρίως, όμως, η λέξη θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Αδελφόθεο Ιάκωβο πού κάνει λόγο γιά «θρήσκο», ο οποίος δέν χαλιναγωγεί τήν γλώσσα του, αλλά απατά τήν καρδία του καί γι’ αυτό η θρησκεία του είναι μάταιη. Καί στήν συνέχεια, κάνει λόγο γιά «θρησκεία καθαρά καί αμίαντον» από τόν Θεό καί Πατέρα πού σημαίνει «επισκέπτεσθαι ορφανούς καί χήρας εν τή θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από τού κόσμου» (Ιακ. α', 26-27). Ο Απόστολος Παύλος, όπως είναι γνωστόν, επιμένει κυρίως στόν όρο Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού (Κολ. Α', Τιμ. γ', 15. Α’ Κορ. ιβ', 12-30. Εφ. δ', 11-16 καί ε', 29-30 καί αλλού).

Σέ σχετικό κείμενό μου ανέλυσα ότι στήν Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται καί άλλοι όροι γιά νά δηλώσουν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, όπως Ευαγγέλιο, Βασιλεία καί στρατεία. Βέβαια, όλοι αυτοί οι όροι είναι κτιστά ρήματα καί νοήματα πού θέλουν νά εκφράσουν, όσο είναι δυνατόν, τήν άκτιστη πραγματικότητα, τήν εμπειρία τής ακτίστου δόξης τού Θεού. Έτσι, άλλο είναι η θεία αποκάλυψη πού είναι μέθεξη τής ακτίστου πραγματικότητος, πού γίνεται χωρίς κτιστά ρήματα καί νοήματα, καί άλλο είναι η μεταφορά αυτής τής ακτίστου πραγματικότητος μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα.

Ειδικότερα σήμερα θά αναφερθώ σέ έναν καινοδιαθηκικό όρο πού χαρακτηρίζει τήν νέα πραγματικότητα στόν κόσμο, πού δημιουργήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί τήν Πεντηκοστή. Καί αυτός ο όρος είναι η «οδός».

1. «Τά περί τής οδού»

Στό βιβλίο τών «Πράξεων τών Αποστόλων» ο Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται ως οδός καί οι Χριστιανοί ως βαδίζοντες αυτήν τήν οδόν. Γράφοντας γιά τόν Απόστολο Παύλο, πού απεστάλη ως Σαούλ στήν Δαμασκό γιά νά συλλάβη τούς Χριστιανούς, σημειώνει: «Ητήσατο παρ’ αυτού (παρά τού αρχιερέως) επιστολάς εις Δαμασκόν πρός τάς συναγωγάς, όπως εάν τινας εύρη τής οδού όντας, άνδρας τε καί γυναίκας, δεδεμένους αγάγη εις Ιερουσαλήμ» (Πράξ. θ', 2). Δηλαδή, εδώ μέ τόν όρο «τής οδού όντας» εννοεί τούς Μαθητάς τού Χριστού, τούς Χριστιανούς. Σέ άλλο σημείο λέγεται: «Εγένετο δέ κατά τόν καιρόν εκείνον τάραχος ουκ ολίγος περί τής οδού» (Πράξ. ιθ', 23), δηλαδή περί τής νέας πίστεως. Στήν Έφεσο ο Απόστολος Παύλος, μετά τήν επιστροφή του στόν Χριστό, παρέμεινε τρείς μήνες καί πήγαινε στήν συναγωγή «διαλεγόμενος καί πείθων τά περί τής βασιλείας τού Θεού», αλλά μερικοί από τους Ιουδαίους «εσκληρύνοντο καί ηπείθουν κακολογούντες τήν οδόν ενώπιον τού πλήθους» (Πράξ. ιθ', 8-9), δηλαδή κακολογούσαν τήν οδό, τήν νέα πίστη πού έφερε ο Χριστός καί ζούσαν μέ αυτήν οι Μαθητές Του. Στήν απολογία του ο Απόστολος Παύλος πρός τούς Ιουδαίους, ενώπιον τού χιλιάρχου ονομάζει πάλι τόν Χριστιανισμό οδόν, όταν λέγη «ταύτην τήν οδόν εδίωξα μέχρι θανάτου, δεσμεύων καί παραδιδούς εις φυλακάς άνδρας τε καί γυναίκας» (Πράξ. κβ', 4). Ενώπιον τού Ρωμαίου ηγεμόνος Φήλικος, ο Απόστολος Παύλος απολογήθηκε γιά τήν νέα πίστη, τήν οποία οι Ιουδαίοι αποκαλούσαν αίρεση καί τήν χαρακτηρίζει οδόν. «Ομολογώ δέ τούτό σοι ότι κατά τήν οδόν ήν λέγουσιν αίρεσιν ούτω λατρεύω τώ πατρώω Θεώ» (Πράξ. κδ', 14). Μετά τήν απολογία του ο ηγεμόνας Φήλιξ ανέβαλε νά εκδώση απόφαση, γιατί γνώριζε καλύτερα τά τής νέας πίστεως-διδασκαλίας, γι’ αυτό γράφουν οι «Πράξεις τών Αποστόλων»: «Ακούσας δέ ταύτα ο Φήλιξ ανεβάλετο αυτούς, ακριβέστερον ειδώς τά περί τής οδού» (Πράξ. κδ', 22). Η νέα χριστιανική πίστη πολλές φορές ονομάσθηκε «οδός σωτηρίας» (Πράξ. ιστ', 17), «οδός τού Κυρίου» (Πράξ. ιη', 25), καί «οδός τού Θεού» (Πράξ. ιη', 26).

Υπάρχουν τρία χωρία στά οποία γίνεται λόγος γιά Χριστιανούς, (Πράξ. ια', 26. κστ', 28. Α’ Πετρ. δ', 16), αλλά δέν υπάρχει καμμία λέξη πού νά χαρακτηρίζη τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός ως Χριστιανισμό. Αντίθετα, υπάρχουν άλλοι όροι, μεταξύ τών οποίων η οδός, όπως είδαμε προηγουμένως.

Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στήν εν Χριστώ ζωή του καί σέ όλες τίς αποκαλύψεις πού δέχθηκε καί τήν διδασκαλία του, κάνει λόγο γιά «τάς οδούς μου τάς εν Χριστώ» ( Α' Κορ. δ', 17). Στήν πρός Εβραίους επιστολή του, αναφερόμενος στήν «είσοδον τών αγίων εν τώ αίματι τού Ιησού», λέγει: «ήν ενεκαίνισεν ημίν οδόν πρόσφατον καί ζώσαν διά τού καταπετάσματος τουτ’ έστι τής σαρκός αυτού» (Εβρ. ι', 19-21).

Η νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός χαρακτηρίσθηκε από τήν αρχή καί οδός, αφού πρόκειται γιά μιά πορεία μέθεξης τών αγαθών τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού καί μυήσεως στήν Βασιλεία τού Θεού. Άλλωστε, ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια καί η ζωή ουδείς έρχεται πρός τόν πατέρα ει μή δι’ εμού» (Ιω. ιδ', 6). Η κοινωνία μέ τόν Χριστό είναι πορεία στήν νέα οδό πού οδηγεί στόν Πατέρα. Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας έχοντας υπ’ όψη του αυτόν τόν λόγο γράφει ότι «αυτός (ο Χριστός) μέν εστιν, ώ δυνάμεθα βαδίζειν, αυτός εστιν η οδός, καί πρός γε ότι τό κατάλυμα τής οδού καί τό πέρας».

Φαίνεται ότι στήν αρχαία Εκκλησία έκαναν πολύ λόγο γιά τήν οδό, τήν νέα πορεία πού έφερε ο Χριστός στούς ανθρώπους. Νά υπενθυμίσουμε τήν «Διδαχή τών Δώδεκα Αποστόλων» όπου γίνεται λόγος γιά τίς δύο οδούς. «Οδοί δύο εισί, μία τής ζωής καί μία τού θανάτου, διαφορά δέ μεταξύ τών δύο αυτών». Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική καί ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος χαρακτηρίζει τούς Χριστιανούς «συνόδους», δηλαδή συνοδοιπόρους, πού είναι ναοί τού Αγίου Πνεύματος. «Εστέ ούν καί σύνοδοι πάντες, θεοφόροι καί ναοφόροι, χριστοφόροι, αγιοφόροι». Ακόμη αποκαλεί τούς Χριστιανούς «θεοδρόμους», γιατί η όδός αυτή οδηγεί στόν Ουρανό.

Η οδός τήν οποία ακολουθούν οι Μαθητές τού Χριστού ξεκινά από τόν Προφήτη καί καταλήγει στόν Χριστό, δηλαδή από τήν Παλαιά Διαθήκη προχωρούν στήν Καινή Διαθήκη, από τήν ακρόαση τών Προφητών προχωρούν στήν μέθεξη τού σεσαρκωμένου Λόγου καί δι’ Αυτού ανέρχονται στόν ουρανό. Αυτή είναι η οδός πού οδηγεί στόν Χριστό, αφού από τήν ακρόαση τού Λόγου ή περί τού Λόγου, οδηγούμαστε στήν θεωρία τού Λόγου. Καί βέβαια, αυτό δέν σημαίνει τήν γνώση μόνον τού κατά σάρκα Χριστού, αλλά κυρίως τού κατά πνεύμα Χριστού, τού Χριστού τής αποκαλύψεως, τής φανερώσεως (πρβλ. Β', Κορ. ε', 16).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τής νέας οδού είναι η πρώτη κλήση τού Ανδρέου καί Ιωάννου στό αποστολικό αξίωμα, πού ήταν μαθητές τού Ιωάννου τού Προδρόμου καί εκλήθηκαν στό αποστολικό αξίωμα. Βρίσκονταν μαζί μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο, όταν τόν άκουσαν νά τούς υποδεικνύη τόν Χριστό: «ίδε ο αμνός τού Θεού», καί αμέσως Τόν ακολούθησαν. Τότε εστράφη ο Χριστός «καί θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς τί ζητείτε;» Καί όταν οι μαθητές ζήτησαν νά μάθουν πού μένει, Εκείνος τούς απάντησε: «έρχεσθε καί ίδετε». Καί ομολογεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, πού ήταν ένας από αυτούς: «ήλθον ούν καί είδον πού μένει, καί παρ’ αυτώ έμειναν τήν ημέραν εκείνην» (Ιω. α’, 35-41).

Ερμηνεύοντας κανείς αυτό τό περιστατικό μπορεί νά δώση μιά εξωτερική ιστορική καί κοινωνική ερμηνεία, πού κάνει λόγο γιά μιά περιέργεια γιά τό πού μένει ο Χριστός, γιά τήν πρόσκληση καί τήν αποδοχή της, ως καί τήν διαμονή τους στήν οικία πού έμενε ο Χριστός. Όμως, στήν εκκλησιαστική παράδοση γίνεται λόγος γιά τό ότι πρόκειται γιά μιά οδό, από τήν κοινωνία μέ τόν Ιωάννη τόν Πρόδρομο στήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, γιά τήν πορεία από τόν προφητικό λόγο στήν μέθεξη τού ακτίστου Λόγου, από τήν κάθαρση στήν θεωρία.

Ο ιερός Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας προσφέρει αυτήν τήν πνευματική ερμηνεία. Σύμφωνα μέ αυτήν ο Ανδρέας καί ο Ιωάννης «τού ατρόφου ήσαν μαθηταί», δηλαδή τού Ιωάννου τού Προδρόμου, καί αφού τόν άκουσαν νά ομιλή περί τού Χριστού, τόν ακολούθησαν καί Εκείνος έδειξε τήν δόξα τού προσώπου Του. «Πρός τούς ακολουθούντας αυτώ στρέφεται ο Ιησούς, καί δεικνύει αυτοίς τό εαυτού πρόσωπον». Πρόκειται γιά αποκάλυψη τού προσώπου τού Χριστού, πού γίνεται από τόν Ίδιον τόν Χριστό σέ αυτούς πού τόν ακολουθούν. Τό νά ακολουθή κανείς τόν Χριστό σημαίνει νά τηρή τόν λόγο Του, διά τής πρακτικής ζωής καί τότε φθάνει στόν φωτισμό τής γνώσεως. «Ει μή γάρ διά τής αγαθής πράξεως ακολουθήσης τώ Ιησού, ουκ άν φθάσης εις θεωρίαν τού προσώπου Κυρίου, ουδέ απελεύση πρός τήν κατανομήν αυτού, τουτέστιν, ου φθάσεις εις τόν τής θείας γνώσεως φωτισμόν». Αυτό είναι σημαντικό γιατί «οικία τού Χριστού τό φώς."Φώς γάρ, φησίν, οικών απρόσιτον"». Καί συμπεραίνει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Ο γάρ τοι μή καθάρας εαυτόν, καί διά τής καθάρσεως ακολουθήσας, πώς εν γνώσει φωτισθήσεται;».

Τό περιστατικό αυτό τής συναντήσεως τών δύο Μαθητών μέ τόν Χριστό δέν κινείται απλώς στήν επιφάνεια, δέν είναι ένα εξωτερικό-ιστορικό γεγονός, αλλά αποκάλυψη τού Ίδιου τού Χριστού στούς δύο Μαθητές. Πρόκειται γιά ένα περιστατικό μεταμορφώσεως τού Χριστού, μιά θαβώρεια εμπειρία.

 

Αυτή είναι η οδός πρός τήν ζωή. Πρώτα κανείς ακούει γιά τόν Χριστό από τούς Προφήτας, έπειτα ακολουθεί τόν Χριστό, δέχεται τήν φανέρωση τού προσώπου Του, καί οδηγείται στό Φώς, πού είναι η πραγματική οικία Του.

Τήν οδό ως τρόπο βιώσεως τής ζωής τού Χριστού μπορούμε νά τήν ερμηνεύσουμε μέ δύο επί μέρους έννοιες, ήτοι τήν «Βασιλεία τού Θεού» καί τήν «κοινωνία θεώσεως».

 


2. «Βασιλεία τού Θεού»

Πολλές φορές στήν Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τήν Βασιλεία τού Θεού καί μέ αυτόν τόν όρο χαρακτηρίζεται η μέθεξη τής ζωής τού Θεού. Ο Χριστός, στίς Παραβολές Του, έκανε επανειλημμένως λόγο γιά τήν Βασιλεία τού Θεού, τήν Βασιλεία τών Ουρανών. Μάλιστα καί στήν Κυριακή προσευχή παρακαλούμε τόν Πατέρα λέγοντας: «ελθέτω η Βασιλεία σου» (Ματθ. στ', 10).

Τά περί τής Βασιλείας τού Θεού καί τά περί τής οδού πρός τήν Βασιλεία τού Θεού ερμηνεύονται από έναν σημαντικό λόγο τού Χριστού πρός τούς Μαθητάς Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μή γεύσωνται θανάτου έως άν ίδωσι τήν βασιλείαν τού Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. θ', 1). Τό ερώτημα πού τίθεται είναι σέ ποιά Βασιλεία αναφέρεται ο Χριστός, ποιά είναι αυτή η Βασιλεία καί πώς έρχεται εν δυνάμει, πρίν τήν γεύση τού θανάτου. Από τά επόμενα, στά οποία γίνεται λόγος γιά τήν Μεταμόρφωσή Του στό όρος Θαβώρ, φαίνεται καθαρά ότι η Βασιλεία τού Θεού αναφέρεται στό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού, στό οποίο παρευρέθηκαν τρείς Μαθητές, είναι η φανέρωση τού Χριστού στό Φώς, πού γίνεται μέ τό Άγιον Πνεύμα. Η όραση αυτού τού Φωτός είναι η μέθεξη τής Βασιλείας τού Θεού.

Είναι χαρακτηριστική στό σημείο αυτό η ερμηνεία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Ερμηνεύοντας τό χωρίο αυτό λέγει ότι «πανταχού εστιν ο τού παντός βασιλεύς καί πανταχού εστιν η βασιλεία αυτού». Οπότε, τό «έρχεσθαι τήν βασιλείαν τού Θεού» δέν σημαίνει ότι έρχεται «άλλοθεν αλλαχόσε», «αλλά τό φανερούσθαι ταύτην τή δυνάμει τού θείου Πνεύματος». Καί αυτή η δύναμη τού Αγίου Πνεύματος δέν έρχεται στούς τυχόντας, αλλά σέ εκείνους πού στέκονται μαζί μέ τόν Κύριο «τουτέστι τοίς εστηριγμένοις εν τή πίστει αυτού καί τοίς κατά Πέτρον καί Ιάκωβον καί Ιωάννην καί τούτους αναφερομένους υπό τού λόγου πρότερον εις όρος υψηλόν, δηλονότι τής φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις». Σέ μιά τέτοια θεοπτία ο Θεός καταβαίνει «τής οικείας περιωπής» καί αυτός ανάγει ημάς «εκ τής κάτωθεν ταπεινώσεως, ίνα χωρισθή μετρίως γούν γεννητή φύσει καί όσον ασφαλές ο αχώρητος».

Είναι φανερό ότι η Βασιλεία τού Θεού δέν είναι μιά κτιστή πραγματικότητα, δέν είναι η σωματική παρουσία τού ανθρώπου σέ κάποιο μέρος, δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική παρακολούθηση ενός γεγονότος, ακόμη καί η συμμετοχή μας στήν θεία Ευχαριστία, αλλά είναι η θέα τού ακτίστου Φωτός στήν υπόσταση τού Λόγου πού γίνεται από εκείνους πού βρίσκονται σέ μιά τέτοια πνευματική κατάσταση ώστε νά μεθέξουν τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού ως Παραδείσου. Αυτό γίνεται καί στήν θεία Ευχαριστία, αλλά μόνον από εκείνους πού έλαβαν τό Άγιον Πνεύμα καί ανέβηκαν στό όρος τής θεοπτίας, μαζί μέ τούς τρείς Αποστόλους, τόν Πέτρο, τόν Ιάκωβο καί τόν Ιωάννη.


 

3. «Κοινωνία θεώσεως»

Τόν όρο «κοινωνία θεώσεως» γιά τήν Εκκλησία τού Χριστού τόν συναντούμε στήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει πώς εννοείται ότι ένας άνθρωπος είναι μέλος τής Εκκλησίας τού Χριστού.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σέ χωρίο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου γιά τούς τρείς σεισμούς, αναλύει τό θέμα αυτό. Λέγει ότι πρώτος σεισμός έγινε όταν θαυματουργούσε ο Θεός διά τού Μωϋσέως καί μέ αυτόν οι Εβραίοι μετατέθηκαν «από τής τών ειδώλων προσκυνήσεως επί τήν αμυδράν μέν, αληθή δέ θεογνωσίαν». Ο δεύτερος σεισμός έγινε «επί τού Υιού καί τού αγίου Πνεύματος», κατά τόν οποίο οι Ιουδαίοι μεταρρυθμίζονταν από τόν νόμο στό Ευαγγέλιο καί κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Καί ο τρίτος σεισμός έγινε όταν ο Χριστός βάδιζε μόνος διά τού σταυρού στήν αληθινή έρημο, δηλαδή τόν θάνατο καί τόν άδην καί φανερωνόταν στό μέσον τού λαού τών Ιουδαίων καί η γή σείσθηκε αισθητώς διά τής θεοσημίας εκ τών ουρανών.

Από τό παράθεμα αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά θά ήθελα νά κρατήσω τά τού δευτέρου σεισμού, όταν μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Αυτή η φράση δείχνει ότι η ζωή μέσα στήν Εκκλησία δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική διδασκαλία, αλλά είναι «κοινωνία θεώσεως», πού σημαίνει ότι οι Χριστιανοί, τά μέλη τής Εκκλησίας, βρίσκονται σέ πορεία θεώσεως, είναι θεούμενοι, μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τής θεοποιού ζωής. Τά μυστήρια τής Εκκλησίας, η μετάνοια τού ανθρώπου, ο αγώνας γιά τήν μεταμόρφωση τού εσωτερικού του κόσμου κλπ γίνονται μέ τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος. Στούς αναβαθμούς ψάλλουμε: «Αγίω Πνεύματι προσπηγάζει πάσα σοφία ένθεν χάρις Αποστόλοις καί τοίς άθλοις καταστέφονται Μάρτυρες καί Προφήται ορώσιν».

Κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, στόν Τριαδικό Θεό ο ενεργών είναι τό Πρόσωπο-Υπόσταση, τό ενεργητικό είναι η φύση, η ενέργεια είναι η ουσιώδης κίνηση τής φύσεως, πού είναι ενυπόστατη, καί τό ενέργημα είναι τό αποτέλεσμα τής ακτίστου ενεργείας. Έτσι, όταν η ενέργεια δημιουργή τήν κτίση λέγεται ουσιοποιός, όταν τήν ζωοποιή λέγεται ζωοποιός, όταν τήν συντηρή χαρακτηρίζεται προνοητική, όταν δίδη σοφία καί γνώση λέγεται σοφοποιός καί όταν θεώνη τόν άνθρωπο ονομάζεται θεοποιός ενέργεια. Μεταξύ τών ενεργειών τού Θεού είναι η καθαρτική, πού καθαρίζει τόν άνθρωπο από τά πάθη του, η φωτιστική πού φωτίζει τόν νού του καί η θεοποιός πού τόν θεώνει.

Τό ότι η Εκκλησία λέγεται «κοινωνία θεώσεως» δηλώνει ότι τά μέλη της συμμετέχουν, κατά διαφόρους βαθμούς, στήν άκτιστη ενέργεια τού Θεού. Καί μέ αυτό δέν εννοείται η ουσιοποιός, ζωοποιός καί σοφοποιός ενέργεια στήν οποία μετέχει όλη η κτίση, αλλά κυρίως η θεοποιός, πού συντελεί στήν πορεία πρός τήν θέωση καί αυτό σημαίνει ότι προηγείται η καθαρτική καί φωτιστική ενέργεια.

Γίνεται φανερό ότι, όταν κανείς δέχεται τά περί προσώπου – υποστάσεως στόν Θεό, όταν αποδέχεται τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας γιά τό μυστήριο τής αδιαιρέτου διαιρέσεως τής ακτίστου ουσίας καί ακτίστου ενεργείας στόν Θεό, καί ότι η ενέργεια τού Θεού είναι μεθεκτή, ενώ η ουσία Του είναι αμέθεκτη, αλλά συγχρόνως δέν αποδέχεται τά περί καθαρτικής, φωτιστικής καί θεοποιού ενεργείας τού Θεού, σημαίνει ότι έχει σοβαρή έλλειψη στήν θεολογία του καί κατ’ επέκταση στήν εκκλησιολογία του, δέν ανήκει στήν «κοινωνία τής θεώσεως».

Θά πρέπει νά αναφερθή ένα καταπληκτικό χωρίο τού Αποστόλου Παύλου, στό οποίο γίνεται λόγος γιά τό πώς οι Χριστιανοί αντιλαμβάνονται ότι έχουν τό Άγιον Πνεύμα καί κατά πόσον ανήκουν στόν Χριστό.

Στήν πρός Ρωμαίους επιστολή του γράφει ο Απόστολος Παύλος: «όσοι γάρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού. ου γάρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας» (Ρωμ. η', 14).

Αυτό σημαίνει ότι υιοί Θεού δέν είναι απλώς οι δημιουργημένοι από τόν Θεό, πού λέγονται κτίσματα, αλλά εκείνοι πού έλαβαν τήν δωρεά τού Αγίου Πνεύματος μέ τό Βάπτισμα καί τήν εν Χάριτι αναγέννησή τους καί όσοι άγονται, δηλαδή καθοδηγούνται από τό Άγιον Πνεύμα. Η μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος δέν είναι μία στατική καί τυπική κατάσταση, αλλά μία δυναμική πορεία, μία οδός, πού ταυτίζεται μέ τό χάρισμα τής υιοθεσίας.

Στήν συνέχεια, γράφει ο Απόστολος: «εν ώ κράζομεν αββά ο πατήρ» (Ρωμ. η', 16). Η εν Πνεύματι υιοθεσία δέν είναι μία ιδεατή καί κληρονομική κατάσταση, αλλά πραγματική, πού αποδεικνύεται από τήν προσευχή στήν καρδιά καί μάλιστα τήν νοερή-καρδιακή προσευχή. Κράζομεν, λέγει ο Απόστολος Παύλος, καί αποκαλούμε τόν Θεό Πατέρα. Η αίσθηση τής πατρότητος αποδεικνύεται εμπειρικά, διά τής προσευχής. Οι αρχαίοι Χριστιανοί ένοιωθαν τόν Θεό ως Πατέρα καί προσεύχονταν σέ Αυτόν.

Αμέσως μετά ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στήν συνέργεια μεταξύ Θεού καί ανθρώπου, στό πώς μεταφράζεται καί βιώνεται αυτή η σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, όταν γράφη: «Αυτό τό Πνεύμα συμμαρτυρεί τώ πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμ. η', 16). Πρόκειται γιά μιά συμμαρτυρία, αφού η ψυχή μας, τό πνεύμα μας, συμμαρτυρεί μέ τό Άγιον Πνεύμα ότι είμαστε τέκνα Θεού. Αυτή η συμμαρτυρία είναι η νοερά-καρδιακή προσευχή, όπως τήν συναντούμε στά μετέπειτα πατερικά κείμενα πού είναι ένδειξη καί φανέρωση τής θείας υιοθεσίας.

Τό σημαντικό είναι ότι, κατά τήν διδασκαλία τού Αποστόλου Παύλου, όσοι ζούν κατ’ αυτόν τόν πνευματικό τρόπο τήν υιοθεσία, αυτοί είναι πραγματικά μέλη τής Εκκλησίας τού Χριστού, γι’ αυτό γράφει: «υμείς δέ ουκ εστέ εν σαρκί, αλλά εν πνεύματι, είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν» (Ρωμ. η', 8). Ο άνθρωπος πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα μέσα στήν καρδιά του είναι σαρκικός καί γι’ αυτόν τόν λόγο «τό γάρ φρόνημα τής σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τού πνεύματος ζωή καί ειρήνη» (Ρωμ. η', 7). Ο σαρκικός άνθρωπος, πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα, είναι νεκρός κατά Χάριν. Καί βεβαίως «ει δέ τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού» (Ρωμ. η', 9), δηλαδή δέν ανήκει στόν Χριστό καί δέν είναι πραγματικό μέλος Του καί τής Εκκλησίας Του, πού είναι τό Σώμα Του.

Από αυτήν τήν μικρή ανάλυση εξάγεται τό συμπέρασμα ότι η υιοθεσία τού Χριστιανού από τόν Χριστό φανερώνεται μέ τήν μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος καί αυτή επιβεβαιώνεται μέ τήν νοερά-καρδιακή προσευχή. Αυτή η προσευχή είναι οι ύμνοι καί οι ωδές οι πνευματικές πού άδει κανείς στήν καρδιά (Εφ. ε', 19). Όσοι έχουν αυτήν τήν προσευχή καί τό πνεύμα τους συμμαρτυρεί στό πνεύμα τού Θεού ότι είναι τέκνα Θεού, δέν είναι σαρκικοί, αλλά πνευματικοί, δέν είναι νεκροί πνευματικά, αλλά έχουν ζωή, καί αυτοί ανήκουν στόν Χριστό.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στήν «Μυσταγωγία» του, κάνει λόγο γιά τρείς κινήσεις. Η πρώτη κίνηση είναι η είσοδος στόν Ναό, πού σημαίνει τήν επιστροφή τών απίστων από τήν άγνοια καί τήν πλάνη τους στήν επίγνωση τού Θεού, καθώς επίσης καί τήν μετατόπιση τών πιστών από τήν κακία καί τήν αγνωσία στήν αρετή καί τήν γνώση. Η δεύτερη κίνηση είναι μετά τήν αποχώρηση τών κατηχουμένων, πού γίνεται μετά τήν ανάγνωση τού ιερού Ευαγγελίου, καί επομένως δηλώνει τήν απομάκρυνση τών υλικών καί τήν είσοδο τών αξίων «εις τόν νοητόν κόσμον, ήτοι τόν νυμφώνα τού Χριστού», δηλαδή τήν βίωση τής εσχατολογικής πραγματικότητας ως παρούσας κατάστασης. Καί η τρίτη κίνηση είναι τής ψυχής από τήν περιπλάνησή της στά σχήματα καί τίς μορφές πού προκαλεί η προσενατένιση στά αισθητά, στήν «εν πνεύματι φυσικήν θεωρίαν» καί στήν «επί τήν γνώσιν τής εκφανούς αυτήν άγοντα θεολογίας, μετά τών πάντων διάβασιν καί τήν ίσην τοίς αγγέλοις κατά τό εφικτόν αυτή παρεχόμενον νόησιν».

Είναι φανερό ότι η «Μυσταγωγία», δηλαδή η θεία Ευχαριστία, δέν ερμηνεύεται μόνον ιστορικά, ως μετάβασή μας στόν Ναό, αλλά συγχρόνως καί εσχατολογικά, ως βίωση τών εσχάτων, καί επί πλέον ασκητικά-νηπτικά-ησυχαστικά. Κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή, συνδέονται στενότατα τά μυστήρια μέ τήν βίωση τής πρακτικής φιλοσοφίας, τής φυσικής θεωρίας καί τής μυστικής θεολογίας, όπως φαίνεται σέ όλα τά έργα του. Η οδός τού Θεού είναι η κάθοδος τού νοός στήν καρδιά, διά τής Χάριτος τού Θεού, καί στήν συνέχεια η ανάβασή του στόν Θεό καί η μέθεξη όλων τών αιωνίων αγαθών. Όποιος απορρίπτει τόν ησυχασμό μειώνει τήν εσχατολογική θεώρηση τού μυστηρίου τής θείας Ευχαριστίας, αλλά καί τήν οδό πρός τήν Βασιλεία τού Θεού.

Στίς ημέρες μας γίνεται ευρύτατος λόγος γιά τό άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Βεβαίως, δέν είναι θρησκεία μέ τόν τρόπο πού αποδίδεται σέ άλλες θρησκείες, αφού είναι «θρησκεία καθαρά», αλλά είναι κυρίως καί πρό παντός Εκκλησία. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενο καί ο όρος Εκκλησία νά ιδεολογοποιηθή καί νά εκκοσμικευθή, γι’ αυτό καί τήν Εκκλησία πρέπει νά τήν εννοούμε ως Σώμα Χριστού μέ τίς τρείς αυτές φράσεις πού ανέφερα προηγουμένως, ήτοι «οδός» πρός τήν ζωή, «Βασιλεία Θεού» καί «κοινωνία θεώσεως».

Πρόκειται γιά μιά διαρκή πορεία πρός τήν μέθεξη τής ακτίστου θεοποιού Χάριτος τού Θεού, μιά πορεία από τό κατ’ εικόνα στό καθ’ ομοίωση. Κατά τόν άγιο Μάξιμο αυτή η οδός είναι «αεικίνητος στάσις» καί «στάσιμος κίνησις». Δέν είναι μιά στατική κατάσταση καί ενέργεια, αλλά μιά διαρκής πορεία ανακαινίσεως καί αναγεννήσεως τού ανθρώπου. Τό άγιον Βάπτισμα καί τό άγιον Χρίσμα είναι αρχή τής οδού αυτής, η θεία Ευχαριστία είναι ο τόπος καί ο χώρος τής φανερώσεως τής Βασιλείας τού Θεού, αλλά χρειάζεται μιά διαρκής μετάνοια καί ανακαίνιση, πού γίνεται μέ τήν ενέργεια τού Θεού καί τήν δική μας συνέργεια, γιά τήν προσωπική μέθεξη τής Χάριτος τού Θεού, πού υπάρχει στήν Εκκλησία. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική βλέπω καί τήν Εκκλησία τού Χριστού, καί τά μέλη της πού είναι μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι οι διαρκώς βαδίζοντες τήν οδό πρός τήν σωτηρία.

Αυτά είναι «τά περί τής οδού».

Μακάριοι οι οδοιπόροι πρός τήν ζωή.–

Αναγεννητική πορεία

Ο Απόστολος Παύλος ομιλεί γιά κάλυμμα στό πρόσωπο καί γιά ανακεκαλυμμένο πρόσωπο. Τό κάλυμμα στό πρόσωπο τών συγχρόνων ανθρώπων συνδέεται μέ τό κάλυμμα τής καρδίας, πράγμα πού σημαίνει ότι η άρση τού καλύμματος είναι η κάθαρση καί ο φωτισμός τής καρδίας, καί αυτό είναι η σφραγίδα τού αρραβώνα τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Εδώ δίνεται μιά ερμηνεία τού τί είναι τό προσωπείο=κάλυμμα=μάσκα καί τί είναι τό πρόσωπο κατά τόν Απόστολο Παύλο. Πρόκειται γιά τήν διαφορά μεταξύ πωρώσεως τής καρδίας καί σφραγίδας τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Τό πρόσωπο εδώ δέν ερμηνεύεται μέ φιλοσοφικούς όρους, μέ κοινωνικούς καί φιλοσοφικούς στοχασμούς, αλλά μέ τήν εμπειρία τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Άν δέν υπάρχη τό Άγιον Πνεύμα στήν καρδιά, τότε υπάρχει τό κάλυμμα, τό προσωπείο.

Ο Απόστολος Παύλος μάς δίνει καί μιά άλλη εμπειρία τού ανακεκαλυμμένου προσώπου, αφού τό συνδέει μέ τόν κατοπτρισμό τής δόξης τού Θεού. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ' εικόνα Θεού, καί αυτό τό κατ' εικόνα είναι ο καθρέπτης διά τού οποίου βλέπει τό Φώς τού Θεού. Η όραση τού ακτίστου Φωτός γίνεται έσωθεν διά τής καρδίας. Αυτή η όραση είναι μεταμόρφωση τού ανθρώπου, πού δέν έχει τέλος, γιατί γίνεται «από δόξης εις δόξαν».

Σέ αυτήν τήν πνευματική κατάσταση λάμπει τό Φώς στήν καρδιά, ο άνθρωπος φθάνει στήν θέωση καί αποκτά τήν πραγματική θεολογία πού είναι η γνώση «τής δόξης τού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β' Κορ. δ', 6). Έτσι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, όχι απλώς επειδή έχει ελευθερία καί λογική καί σκέπτεται ελεύθερα, αλλά γιατί ενεργοποιεί τήν λεγομένη υποστατική αρχή στήν καρδιά του. Τό πρόσωπο συνδέεται στενά μέ τήν χρίση καί σφραγίδα τού αρραβώνος τού Πνεύματος στήν καρδιά, μέ τήν αποβολή τού καλύμματος τών παθών από τήν καρδιά καί τήν διαρκή μεταμόρφωση από δόξης σέ δόξα, συνδέεται μέ τήν όραση τού Φωτός τού Θεού. Οπότε, πρόσωπο είναι η αναγεννητική πορεία από τόν αρραβώνα τού Πνεύματος στήν όραση τής δόξης τού Θεού.

 

 

Πηγή:«Εκκλησιαστική Παρέμβαση» Ιούλιος 2011

Τρία Θεολογικά Μηνύματα από τα Άγια Λείψανα Written by Μητροπολίτη Ναυπάκτου


Το λείψανο του Αγ. Πολυκάρπου στο Ιάσιο ΡουμανίαςΤο λείψανο του Αγ. Πολυκάρπου στο Ιάσιο Ρουμανίας

Θά ήθελα νά ευχαριστήσω ολοκαρδίως τόν Σεβ. Μητροπολίτη Μολδαβίας καί Μπουκοβίνας κ. Θεοφάνη γιά τήν πρόσκλησή του νά έλθω στό Ιάσιο τήν σημαντική αυτή ημέρα, κατά τήν οποία παρευρίσκεται πλήθος λαού, καί νά μεταφέρω τό ευλογημένο δεξί χέρι τού αγίου Πολυκάρπου πού φυλάσσεται στήν Ιερά Μητροπόλη Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου τήν οποία ποιμαίνω.

Τόν Σεβ. Μητροπολίτη σας τόν γνωρίζω από τότε πού ήταν Μητροπολίτης Ολτενίας καί διέκρινα τήν αγάπη του στήν Εκκλησία καί τόν μοναχισμό, τήν σεμνότητά του, τό βαθύ εκκλησιαστικό φρόνημά του καί τίς γνώσεις του. Είσθε ευεργετημένοι από τόν Θεό πού έχετε έναν τέτοιο καλό Ποιμένα μέ επίγνωση τής αποστολής του.

Επειδή μέ παρεκάλεσε νά απευθύνω μερικούς λόγους στήν αγάπη σας, θά τό κάνω μέ μεγάλη χαρά, έστω καί άν γίνεται διά μέσου μεταφράσεως, τονίζοντας ιδιαιτέρως τρία σημεία.

 

1. Στήν σημερινή θεία Λειτουργία φάνηκαν καθαρά οι τρείς άξονες τής εκκλησιαστικής καί πνευματικής ζωής, πού είναι η θεία Ευχαριστία, οι Άγιοι καί οι Επίσκοποι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας, ερμηνεύοντας τήν τελετή τών εγκαινίων τού Ιερού Ναού, λέγει ότι αυτό γίνεται μέ τούς τρείς παράγοντες, ήτοι τόν Επίσκοπο πού εγκαινιάζει, τήν αγία Τράπεζα η οποία εγκαινιάζεται καί τά λείψανα τών Αγίων τά οποία τοποθετούνται στήν Αγία Τράπεζα. Έτσι, όποιος έχει εκκλησιαστικό φρόνημα συνδέεται στενότατα μέ τόν Επίσκοπο, τό Θυσιαστήριο καί τούς Αγίους. Άν υπάρχη μόνον τό ένα χωρίς τά άλλα, τότε δέν υπάρχει αληθινό εκκλησιαστικό φρόνημα.

Σήμερα τελέσαμε τήν θεία Λειτουργία καί κοινωνήσαμε τών αχράντων Μυστηρίων, έχουμε μεταξύ μας τά λείψανα τής αγίας Παρασκευής τής Επιβατινής καί τού αγίου Πολυκάρπου καί, βεβαίως, η θεία Λειτουργία τελέσθηκε από τούς Επισκόπους καί τούς Ιερείς. Πάντοτε πρέπει νά είμαστε συνδεδεμένοι μέ τούς τρείς αυτούς άξονες τής εκκλησιαστικής ζωής.

Ιδιαιτέρως θά ήθελα νά τονίσω τήν αξία τών ιερών λειψάνων γιά τήν εκκλησιαστική ζωή, πού δείχνουν ποιός είναι ο σκοπός τής Εκκλησίας καί τί είναι η εκκλησιαστική ζωή. Πολλά από τά λείψανα τών αγίων είναι άφθαρτα, άλλα ευωδιάζουν καί άλλα κάνουν θαύματα. Πράγματι, τά λείψανα τών αγίων είναι τά πραγματικά μέλη τού Σώματος τού Χριστού, πού δείχνουν ότι νικήθηκε ο θάνατος. Κάποτε, όταν γινόταν ανασκαφή στίς κατακόμβες, βρέθηκε ένα μικρό πήλινο δοχείο μέσα στό οποίο υπήρχαν λείψανα μαρτύρων καί απ' έξω η επιγραφή σημείωνε: «μέλη τού Χριστού».

Τά λείψανα δέ ακόμη δείχνουν ότι η Εκκλησία αγιάζει τόν άνθρωπο καί στήν ψυχή καί στό σώμα καί εργάζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε νά κάνη τούς αθρώπους νά φθάσουν στήν θέωση ψυχής καί σώματος καί έτσι νά γίνουν ιερά λείψανα.

2. Γνωρίζετε πάρα πολλά από τόν βίο τής αγίας Παρασκευής τής Επιβατινής πού έζησε μιά ασκητική ζωή καί λάμπει στούς αιώνες. Γι' αυτό θά επικεντρώσω τήν προσοχή σας στόν άγιο Πολύκαρπο Επίσκοπο Σμύρνης, πού τόν έχουμε σήμερα ανάμεσά μας.

Ο άγιος Πολύκαρπος ανήκει στούς λεγομένους Αποστολικούς Πατέρες, όπως ήταν καί ο άγιος Κλήμης Ρώμης, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, πού ήταν διάδοχοι τών αγίων Αποστόλων. Λέγονται Αποστολικοί, γιατί ήταν μαθητές τών αγίων Αποστόλων καί λέγονται Πατέρες, γιατί δίδαξαν τήν αλήθεια καί αναγέννησαν τά πνευματικά τους παιδιά. Η εποχή στήν οποία έζησαν ήταν πολύ δύσκολη καί κρίσιμη, διότι έφυγαν από τήν ζωή οι άγιοι Απόστολοι καί εκείνοι ως διάδοχοί τους κρατούσαν τήν ενότητα τών Εκκλησιών. Τήν εποχή πού έζησαν οι Αποστολικοί Πατέρες δέν είχε γίνει ακόμη η συστηματοποίηση τής πίστεως, καθώς επίσης επικρατούσε καί η νόθευσή της, αφού μερικοί Ιουδαίοι ζούσαν ως Χριστιανοί καί μερικοί Χριστιανοί πού προέρχονταν από τά Έθνη τηρούσαν τόν μωσαϊκό νόμο. Υπάρχουν δέ καί μερικοί άλλοι, οι οποίοι υποστήριζαν ότι είχαν λάβει μιά μυστική γνώση από τούς αγίους Αποστόλους, καίτοι συνέδεαν τήν αποκάλυψη τού Χριστού μέ ανατολικές φιλοσοφικές αντιλήψεις.

Έτσι, οι Αποστολικοί Πατέρες υπήρξαν η γέφυρα πού διέσωσαν τήν διδασκαλία τού Χριστού καί τών Αποστόλων καί τήν μετέφεραν στίς επόμενες γενιές. Διαβάζοντας δέ τά κείμενά τους, βλέπουμε ότι συγγενεύουν πολύ μέ τόν τρόπο πού έγραφαν οι άγιοι Απόστολοι τίς επιστολές τους, καθώς επίσης ότι εκφράζουν τό πνεύμα καί τόν ζήλο τής πρώτης Εκκλησίας. Έτσι, καταλαβαίνουμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Αποστολική, γιατί στηρίζεται στήν διδασκαλία τών Αποστόλων, όπως τήν παρέλαβαν από τόν Χριστό, αλλά είναι καί Πατερική, γιατί οι Πατέρες ήταν οι πραγματικοί διάδοχοι τών αγίων Αποστόλων. Άν η Εκκλησία δέν είναι Πατερική, τότε δέν είναι καί Αποστολική. Οπότε, αντιλαμβανόμαστε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει μιά ιστορική συνέχεια, φθάνει μέχρι τούς σημερινούς Επισκόπους καί γι' αυτό είναι η πραγματική ιστορική Εκκλησία, στήν οποία διασώζεται η αποκάλυψη τού Χριστού απηλλαγμένη από τόν φιλοσοφικό στοχασμό καί τόν ουμανιστικό ηθικισμό.

3. Μεταξύ αυτών τών Αποστολικών Πατέρων, όπως ήδη ελέχθη, ανήκε καί ο άγιος Πολύκαρπος Επίσκοπος, Σμύρνης. Μπροστά μας έχουμε τό ευλογημένο δεξί χέρι του μέ τό οποίο ευλογούσε τούς Χριστιανούς τής εποχής του, τελούσε τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, χειροτονούσε πρεσβυτέρους καί επισκόπους καί γενικά τελούσε όλα τά άγια Μυστήρια. Δοξάζουμε τόν Θεό γιά τήν δωρεά αυτή.

Ο άγιος Πολύκαρπος είχε μεγάλο κύρος στήν πρώτη Εκκλησία. Γεννήθηκε περίπου τό 70 μ.Χ., έγινε Επίσκοπος Σμύρνης καί όπως ομολογούσαν ακόμη καί οι ειδωλολάτρες, ήταν ο «διδάσκαλος τής Ασίας καί πατήρ τών Χριστιανών». Στό κείμενο πού περιγράφει τό μαρτύριό του χαρακτηρίζεται ως διδάσκαλος αποστολικός καί προφητικός. Τό Μαρτύριό του έγινε μεταξύ τών ετών 154-157 μ.Χ., τό πιό πιθανόν έγινε τό έτος 155.

Η περιγραφή τού μαρτυρίου του είναι τό πρώτο μαρτυρολόγιο τό οποίο διασώζεται καί έγινε πρότυπο γιά νά γραφούν καί άλλα μαρτυρολόγια αγίων. Δέν είναι εύκολο στό κήρυγμα αυτό νά σάς παρουσιάσω όσα γράφονται στό μαρτυρολόγιο αυτό, απλώς νά τονίσω δύο σημεία.

Τό ένα είναι ότι ζήτησαν από τόν άγιο Πολύκαρπο νά αρνηθή τόν Χριστό καί εκείνος απάντησε: «Ογδόντα χρόνια δουλεύω στόν Χριστό καί σέ τίποτε δέν μέ αδίκησε καί πώς τώρα νά αδικήσω τόν Βασιλέα πού μέ έσωσε;». Η απάντηση αυτή δείχνει τόν σύνδεσμο πού είχε μέ τόν Χριστό, ο οποίος δέν είναι μιά ιδέα, μιά αξία, ένας νόμος καί μερικά ήθη καί λαϊκά έθιμα, αλλά είναι πρόσωπο μέ τό οποίο συνδέθηκε πολύ, αγαπήθηκε από τόν Χριστό, αλλά καί εκείνος Τόν αγάπησε πολύ. Είναι μιά απάντηση τήν οποία πρέπει νά λέμε καί εμείς κάθε φορά πού βρισκόμαστε σέ μιά δυσκολία καί μάς ζητούν νά αρνηθούμε τόν Χριστό. Όχι, δέν θά αρνηθώ ποτέ τόν γλυκύτατο Δεσπότη μου, τόν Κύριο τής δόξης, πού μέ γεμίζει Χάρη καί ευλογία!

Τό δεύτερο σημείο από τό μαρτυρολόγιο είναι ότι αποφάσισαν νά τόν σκοτώσουν όχι μέ τά θηρία, αλλά μέ τήν φωτιά. Άναψαν μιά υπερμεγέθη φωτιά καί έριξαν μέσα σέ αυτήν τόν άγιο Πολύκαρπο. Όμως τό πύρ σχημάτισε γύρω από τό σώμα του μιά καμάρα καί δέν τό έκαψε, όπως έγινε καί στούς Τρείς Παίδας μέσα στήν κάμινο τού πυρός τήν καιομένη. Βλέποντας αυτό τό γεγονός ένας στρατιώτης μέ τό ξίφος του θανάτωσε τόν άγιο Πολύκαρπο, καί στήν συνέχεια κάηκε τό σώμα του, αφήνοντας μιά ευωδία ωσάν νά καιγόταν ένα θυμίαμα στά κάρβουνα. Οι Χριστιανοί συνέλεξαν τά εναπομείναντα οστά του, μεταξύ τών οποίων καί αυτό πού έχουμε σήμερα ανάμεσά μας, καί όπως γράφεται στό μαρτυρολόγιο τά θεώρησαν ως τιμιότερα από πολυτελείς λίθους καί δοκιμασμένα περισσότερο από τόν χρυσό στήν φωτιά. Αυτό δείχνει καί σέ μάς ότι οι δοκιμασίες λαμπρύνουν τήν ψυχή μας καί τό σώμα μας, όταν έχουμε μεγάλη πίστη στόν Θεό καί υπομονή. Σέ αυτές τίς περιπτώσεις όλη η ύπαρξή μας πού καίγεται από τίς δοκιμασίες καί υπομένει βγάζει έναν ύμνο καί δοξολογία πρός τόν Θεό, πού ανεβαίνει στόν ουρανό όπως τό θυμίαμα. Γι' αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι δέν φοβούμαστε τά προβλήματα καί τίς δοκιμασίες, γιατί ξέρουμε ότι «ει ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ' ημών».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στό μαρτυρολόγιο τού αγίου Πολυκάρπου υπάρχουν τρείς λέξεις πού δείχνουν τό φρόνημα τών αγίων Μαρτύρων, ήτοι: «τό γενναίον», «τό υπομονετικόν», καί «τό φιλοδέσποτον». Δηλαδή, οι μάρτυρες υπήρξαν γενναίοι, έκαναν μεγάλη υπομονή καί αγαπούσαν πολύ τόν Δεσπότη Χριστό. Ο άγιος Πολύκαρπος στήν επιστολή του πού έστειλε στούς κατοίκους τών Φιλίππων, μιλώντας γιά τόν άγιο Ιγνάτιο τόν Θεοφόρο καί γιά τούς αγίους, τούς ονομάζει «μιμήματα τής αληθούς αγάπης», οι οποίοι έχουν φορέσει τούς «αγιοπρεπείς δεσμούς», δηλαδή τίς άγιες χειροπέδες, πού είναι τά διαδήματα αυτών πού έχουν εκλεγή από τόν Θεό μας.

Αυτά τά γνωρίσματα τών αγίων πρέπει νά χαρακτηρίζουν καί εμάς. Είμαστε μέλη τής Εκκλησίας πού είναι Μαρτυρική. Εισερχόμαστε στόν Ιερό Ναό καί βλέπουμε τίς εικόνες τών μαρτύρων. Προσκυνούμε τά λείψανα τών αγίων πού μαρτύρησαν γιά τόν Χριστό. Καί τό ερώτημα είναι βαθύ: Πώς μπορούμε εμείς οι απόγονοί τους νά ζούμε χωρίς σταυρό, χωρίς τήν θυσιαστική αγάπη, χωρίς θυσίες καί στερήσεις, αλλά μόνον μέ ανέσεις καί αρνήσεις, στήν πράξη, τού Χριστού; Μιά Εκκλησία είναι αληθινή, όταν βιώνη τόν σταυρό τού Χριστού καί είναι μαρτυρική.

Αγαπητοί αδελφοί,

Στήν αποκάλυψη τού Ευαγγελιστού Ιωάννου υπάρχει ένας λόγος τού Θεού πού δίνεται στόν Επίσκοπο Σμύρνης, καί λέγεται ότι αναφέρεται στόν άγιο ιερομάρτυρα Πολύκαρπο: «Γίνου πιστός άχρι θανάτου καί δώσω σοι τόν στέφανον τής ζωής» (Αποκ. β', 10). Καί πράγματι αυτό έγινε στόν άγιο Πολύκαρπο.

Μέ τόν λόγο αυτό ο Θεός αναφέρεται καί σέ όλους εμάς καί μάς προτρέπει νά παραμένουμε πιστοί μέχρι τόν θάνατο ή κατ' άλλη ερμηνεία νά είμαστε πιστοί έστω καί άν μάς απειλήσουν μέ τόν θάνατο, ώστε νά λάβουμε τόν στέφανο τής ζωής. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος γιά εμάς καί γιά νά εκφράση τήν αγάπη Του σταυρώθηκε χύνοντας τό τίμιο Αίμα Του, γιατί η αγάπη στήν πραγματικότητα είναι σταυρική ζωή, είναι κένωση, είναι θυσία, είναι σταυρός. Αλλά καί ο Χριστιανός γιά νά αγαπήση τόν Χριστό θά πρέπει νά κενωθή, νά σταυρωθή. Αυτό σημαίνει ότι στόν καιρό τής ειρήνης τής Εκκλησίας νά τηρή τίς εντολές τού Χριστού στήν καθημερινή του ζωή καί στόν καιρό τού διωγμού νά δίνη τήν μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί νά υφίσταται τό μαρτύριο. Αυτό σημαίνει νά αίρη κανείς τόν σταυρό τού Χριστού. Έτσι έζησε η αγία Παρασκευή η Επιβατινή καί ο άγιος ιερομάρτυς Πολύκαρπος σέ διαφορετικούς χρόνους, μέ διαφορετικούς τρόπους ο ένας ήταν άνδρας, η άλλη γυναίκα ο ένας ήταν Επίσκοπος καί μάρτυρας, η άλλη λαϊκή Χριστιανή καί ασκήτρια. Όλοι μπορούν νά σωθούν. Η αγάπη στόν Χριστό δέν εκφράζεται μέ λόγια, συναισθήματα καί στοχασμούς, αλλά μέ έμπρακτη ζωή. Οι Πατέρες μας λένε: «δός αίμα καί λάβε πνεύμα».

Όποιος ζή κατά τόν τρόπο πού έζησαν όλοι οι άγιοι τής Εκκλησίας καί οι δύο σήμερα Άγιοί μας, θά λάβη τόν στέφανο τής ζωής. Ποιό είναι αυτό τό στεφάνι τής ζωής; Βλέπουμε τούς αγίους στίς ιερές εικόνες πού έχουν γύρω από τήν κεφαλή τους τό φωτοστέφανο, πού σημαίνει ότι οι άγιοι είδαν τό άκτιστο Φώς, δηλαδή τήν δόξα τού Θεού καί έζησαν καί ζούν μέσα σέ αυτό τό Φώς, πράγμα τό οποίο είναι η Βασιλεία τού Θεού. Καί εμείς πρέπει νά ζούμε κατά τέτοιον τρόπο ώστε νά λάβουμε αυτό τό φωτοστέφανο γιά νά ζούμε αιωνίως στήν άκτιστη Εκκλησία.

Σήμερα προσκυνούμε μέ σεβασμό καί αγάπη τά ιερά λείψανα τών αγίων μας καί θά πρέπει νά τούς παρακαλούμε νά πρεσβεύουν στόν Θεό γιά νά ανάψη μέσα στήν καρδιά μας η φλόγα τής αγάπης γιά τόν Θεό καί τούς αδελφούς μας, νά καή η καρδιά καί ως θυμίαμα νά υψωθή στόν Θεό η εσωτερική προσευχή μας πού θά περάση στούς αιώνες.

Είμαι βαθύτατα συγκινημένος πού είδα σήμερα τήν ευλάβειά σας, τήν αγάπη σας στόν Θεό καί τούς αγίους καί θά φύγω μέ αισθήματα αγάπης πρός τόν ρουμανικό λαό γιά τήν ευσέβειά του καί τήν αγάπη του στά ιερά καί όσια τής Εκκλησίας μας.

Σεβασμιώτατε, σάς καμαρώνω πού έχετε τέτοιο ευλογημένο ποίμνιο, τό οποίο κατευθύνετε μέ σοφία, έμπνευση καί αγάπη πρός τά βαθύτερα τής Εκκλησίας μας καί τής πνευματικής ζωής. Ο Θεός νά σάς δίνη υγεία καί πολλή δύναμη, ώστε νά Τόν δοξάζετε στούς αιώνες.

από το περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»,

τεύχος 183, Οκτώβριος 2011                                                                                                                                   

Πηγή: http://www.parembasis.gr/2011/11_10_13.htm