Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Ο Γέροντας Αιμιλιανός μας συμβουλεύει… by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


VatopaidiFriend:Με την ευκαιρία της ονομαστικής εορτής και τη συμπλήρωση 76 χρόνων από την γέννηση του σεβαστού Γέροντα Αιμιλιανού, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, o οποίος κατά τις ανεξιχνίαστες βουλές της θείας Πρόνοιας δοκιμάζεται με το πρόβλημα υγείας που έχει τα τελευταία χρόνια «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», δημοσιεύουμε μερικές από τις συμβουλές και νουθεσίες του.
• Η αγάπη είναι μίμηση του Χριστού, διότι “αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς”. Επομένως, όταν αγαπώ, σημαίνει ότι έχω πάρει δωρεά, έχω πάρει χάρι από τον Θεό και ότι μιμούμαι τον Χριστόν.
• Η αγάπη αποσκοπεί στο να μπορή ο ένας να δίνη χαρά στον άλλον· να στερούμαι εγώ εκουσίως, για να έχη περισσότερα ο άλλος· να θυσιάζω τον εαυτό μου, για να νοιώθη ο άλλος άνετα, να νιώθη ασφάλεια στην ζωή.
• Ο Θεός θέλει να είμεθα στην καθημερινή μας ζωή τέτοιοι, ώστε να μας αγαπούν οι άλλοι και να μας νοιώθουν ευχάριστους. Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας, να πουν τη χαρά τους, τη λύπη τους, τα προβλήματά τους. Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές που ζούμε κοντά η μία στην άλλη και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον.
• Να ανεχώμεθα λοιπόν τον άλλον όπως είναι. Ο ένας θα με υβρίση μάλιστα. Ο άλλος θα με επαινέση μάλιστα. Ο ένας θα μου δώση μισό ποτήρι νερό· μάλιστα. Να μην μπερδευώμαστε στην ζωή του άλλου. Μόνον, όταν μας ζητήσουν την αγάπη μας, να την δώσωμε, όπως την δίνει ο Θεός “επί δικαίους και αδίκους”. Να τηρούμε “την ενότητα του Πνεύματος”, ήτοι την πίστι την αγία πού μας έδωσε ο Θεός. Αυτά είναι ο προκείμενος αγώνας μας, τον οποίον αγαπάει ο Θεός…
• Όπως εις την θάλασσαν της Τιβεριάδος, όταν ήγρευσαν οι μαθηταί πλήθος ιχθύων, είπεν ο Ιωάννης εις τον Πέτρον “Ο Κύριός εστιν”, ούτω και ημείς, όταν απλώνομεν τα δίχτυα της προσευχής, ημπορούμεν να επαναλαμβάνωμεν “ο Κύριός εστι” μετά πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας το βεβαιοί η Εκκλησία μας, ότι εκεί υπάρχει Αυτός. Να ‘τος Παρών, ο ίδιος ο Θεός!
Διά να φωταγωγήται όμως και να λαμπρύνεται διά της παρουσίας του Κυρίου ο πιστός με την ευχήν, πρέπει να προσέχη ο ίδιος να είναι ο βίος του ανάλογος με την ζωήν πού αρμόζει εις τον Θεόν. Αφού θέλει τον Θεόν, πρέπει να ζή θεοπρεπώς. Να επιδιώκη να ξεφεύγη από την ανθρωπίνην μιζέρια και την κακομοιριά, να ενδυναμώνη τον εαυτόν του διά της θείας δυνάμεως, να ασκήται, να γίνεται σκευος χωρητικόν των θείων χαρισμάτων. Ακόμη, να επιθυμή την κάθαρσίν του από πάσης αμαρτίας, πληροφορούμενος από τον λόγον της αληθείας ότι αυτό είναι κατορθωτόν. Με την έμπρακτον θέλησίν του και την ευδοκίαν του Θεού να φέρεται προς την δυνατήν απάθειαν ο ίδιος, και μάλιστα γινόμενος ολονέν θεοειδέστερος.
• …Διά να προσεύχεσαι πρέπει να έχης εν στοιχείον, το οποίον είναι ανάγκη να το καλλιεργής. Όπως προσέχομεν την υγείαν του σώματός μας, έτσι να προσέχωμεν και την υγείαν της ψυχής. Είναι άνάγκη να είμεθα χαρούμενοι. Όταν συνηθίζωμεν να προσευχώμεθα, μας χαρίζεται η χαρά του Χριστού και περισσότερον ακόμη. Αν προσευχόμενος θλίβεσαι, αν βαρυθυμής, κάτι μέσα σου δεν πηγαίνει καλά. Να το κοιτάξης, να δώσης προσοχή, διότι ο χαρακτήρ του ανθρώπου επιδρά πολύ.
• … Ο μοναχισμός είναι μία πραγματική κοινωνία, μία σύναξις. Στο μοναστήρι οι μοναχοί δεν είμαστε άτομα και απλά ονόματα, αλλά όλοι μαζί αποτελούμε μία καρδιά, ένα σώμα. Δεν ξεχωρίζουμε.
VatopaidiFriend: Με την ευκαιρία της ονομαστικής εορτής και τη συμπλήρωση 75 χρόνων από την γέννηση του σεβαστού Γέροντα Αιμιλιανού, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, o οποίος κατά τις ανεξιχνίαστες βουλές της θείας Πρόνοιας δοκιμάζεται με το πρόβλημα υγείας που έχει τα τελευταία χρόνια «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», δημοσιεύουμε δύο άρθρα που αναφέρονται σ’ αυτόν.  Το  παρόν  από τον Ηγούμενο της εν λόγω Μονής Γέροντα Ελισσαίο και το άλλο που ακολουθεί από τον ιερομόναχο Σεραπίωνα Σιμωνοπετρίτη, Οικονόμο του Ιερού Κοινοβίου του Ευαγγελισμού στην Ορμύλια Χαλκιδικής.
Και καθώς τα μοναστήρια, ως επί το πλειστον, έχουν περισσότερους μοναχούς και λιγώτερα κελλιά, ο ένας είναι πλάϊ στον άλλον και αναπνέει την αγάπη της καρδιάς του. Ό, τι υπάρχει στον μοναχισμό είναι υπόδειγμα του ουρανού. Η Εκκλησία παίρνει τα υποδείγματα αυτά και τα προσφέρει στους πιστούς, όπως έκαναν και οι Πατέρες.
• Ο κόσμος νομίζει ότι, όταν κάποιος πάη στο μοναστήρι, φεύγει από την κοινωνία και αγριεύει. Το λέγουν αυτό, διότι αγνοούν ότι οι μοναχοί είναι οι περισσότερο κοινωνικοί άνθρωποι. Θα ξεύρετε ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει μοναχός, εάν δεν είναι κοινωνικός, εάν δηλαδή δεν μπορή να επικοινωνή με τους ανθρώπους και να αντιμετωπίζη όλες τις κοινωνικές δυσκολίες. Αν δυσκολεύεται να παντρευθή, να δημιουργήση οικογένεια, επίσης δεν μπορεί να γίνει μοναχός. Πρέπει να νοιώθη ασφαλής στην ζωή του. Δεν είναι καταφύγιο τα μοναστήρια. Επομένως, ο μοναχός μπορεί να επιτύχη όλα τα προηγούμενα, τα οποία αγαπά, δεν τα αρνείται, δεν τα κατηγορεί, δεν τα περιφρονεί, αλλά προτιμά κάτι ανώτερο για τον εαυτό του…
• … Ο γάμος είναι ένας δρόμος· αρχίζει από την γη και τερματίζει στον ουρανό. Είναι μία σύναψις, ένας σύνδεσμος μαζί με τον Χριστόν, πού μας βεβαιώνει ότι θα πάμε κάποτε στον ουρανό….
• …Πάνω από την αγάπη, πάνω από τον άνδρα σου, πάνω από την γυναίκα σου, πάνω από τα καθημερινά σου γεγονότα, να θυμάσαι ότι προορίζεσαι για τον ουρανό, ότι μπήκες στον δρόμο πού πρέπει οπωσδήποτε να σε βγάλη εκεί. Η νύμφη και ο γαμπρός δίνουν τα χέρια τους, τους πιάνη ο ιερεύς και ακολουθούν γύρω από το τραπέζι χορεύοντας και ψάλλοντας. Αυτό σημαίνει ότι ο γάμος είναι η πορεία, το ταξίδι πού θα καταλήξη στον ουρανό, στην αιωνιότητα.
• Στον γάμο φαίνονται ότι παντρεύονται δύο. Δεν είναι όμως δύο αλλά τρεις. Παντρεύεται ο άνδρας την γυναίκα και η γυναίκα τον άνδρα, αλλά και οι δύο μαζί υπανδρεύονται τον Χριστόν. Τρεις επομένως λαμβάνουν μέρος στο μυστήριο και τρεις πλέον παραμένουν στην ζωή τους.
• Όλα όσα χρησιμοποιούνται, κατά την τέλεσι του γάμου, είναι σκιές και σύμβολα πού δείχνουν ότι εκεί είναι ο Χριστός. Όταν κάθεσαι και βλέπεις ξαφνικά μια σκιά, καταλαβαίνεις ότι κάποιος έρχεται. Δεν τον βλέπεις· το ξεύρεις όμως. Πρωί πρωί σηκώνεσαι και βλέπεις κατακόκκινο τον ορίζοντα στην ανατολή. Θα βγη, λες, σε λίγο ο ήλιος…
• Όταν βλέπης τον γάμο σου, τον άνδρα σου, την γυναίκα σου, όταν βλέπεις τις στεναχώριές σου, τα πάντα μέσα στο σπίτι σου, να ξεύρης ότι είναι σημάδια της παρουσίας του Χριστού. Είναι σαν να ακούς τα βήματά του, σαν να έρχεται, σαν να πρόκειται να ακούσης τώρα και την φωνή του. Σκιές είναι όλα αυτά πού δείχνουν ότι μαζί μας είναι ο Χριστός. Είναι αλήθεια ότι εξ αιτίας των μεριμνών μας τον νοιώθομε ως απόντα. Τον βλέπομε όμως μέσα στις σκιές και είμαστε βέβαιοι ότι είναι μαζί μας….. Η ζωή μας είναι πλέον μαζί με τον Χριστόν…
πηγή άρθρων ιστοσελίδες www.miriobiblos.gr και www.geocities.com
αναδημοσίευση από: Διμηνιαίο Περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», Τεύχος 28, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2008

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: «Εντάξει, έχεις πάθη, έχεις όμως και αρετές»




: Έχεις απιστία, έχεις και .
Έχεις ανηθικότητα, έχεις και ηθικά στοιχεία. Γιατί αυτά δεν τα λαμβάνεις υπόψιν σου;


Ένα μόνο να προσέχεις, να μην είσαι τεμπέλης, να μη φοβάσαι να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου. Μη κάθεσαι και λες, έχω αυτό το πάθος, έχω εκείνο, χριστιανός είμαι εγώ; τίποτε δεν κάνω στην ζωή μου. Έτσι οδηγείσαι στην ακηδία, σπάνε τα νεύρα σου, και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε. Σύντομα εγκαταλείπεις τον αγώνα σου και τότε είσαι ένας προδότης.
Γι’ αυτό, όταν σου μπαίνει η σκέψη των παθών, θυμήσου ότι έχεις και . Ο μεγαλύτερος εγκληματίας, εάν εξετάσει την ζωή του, θα βρεί ότι ο Θεός του έχει δώσει πολλά καλά. Δεν μας πνίγουν λοιπόν μόνο τα πάθη μας, οι αμαρτίες μας, η απιστία μας, η υπερηφάνειά μας, ο σατανάς, αλλά μας πνίγει, μας σκοτώνει και η προδοσία της βουλήσεώς μας, το σταμάτημα που κάνομε.

Ι.Μ.Πειραιώς, Η Ελληνική επανάσταση υπό το πρίσμα του ιστορικού υλισμού


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 8η Απριλίου 2019
Όπως είναι γνωστό, ο Μαρξισμός έχει τους δικούς του κανόνες ιστοριογραφίας και ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων, βασισμένους στον Ιστορικό Υλισμό, δηλαδή στις οικονομικές και ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες μόνες αυτές, καθορίζουν την πορεία των ιστορικών πραγμάτων: «Ο ιστορικός υλισμός είναι η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας. Προέκταση των αρχών του διαλεκτικού υλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής και εφαρμογή αυτών των αρχών στα κοινωνικά φαινόμενα. Πρόκειται για μαρξιστική θεωρία, στο πλαίσιο της ιστορικής έρευνας, που στηρίζεται στο γεγονός ότι η δομή της κοινωνίας μεταβάλλεται διαρκώς, ενώ οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις προκαλούν δομικές αλλαγές. Έτσι, σε αντίθεση με την ιδεαλιστική προσέγγιση της ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός υποστηρίζει ότι η ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος καθορίζεται από τη μεταβολή της οικονομικής κατάστασης ενός λαού, ή μιας εποχής. Συνεπώς, προκύπτει ότι η μελέτη της εξέλιξης της κοινωνίας πρέπει να ξεκινά από τους τρόπους και τις σχέσεις παραγωγής και όχι από τους θεσμούς και τις ‘ιδέες’. Σύμφωνα λοιπόν με τον ιστορικό υλισμό, η τεχνολογική εξέλιξη των μέσων παραγωγής των υλικών αγαθών, (εργαλεία, μηχανήματα, κλπ) αποτελεί την κύρια δύναμη που προωθεί την κοινωνική πρόοδο, αλλάζοντας τις παραγωγικές σχέσεις. Οι παραγωγικές σχέσεις προσδιορίζουν τη θέση και το ρόλο της ταξικής πάλης, η οποία εξαρτάται από τη δομή τους, ενώ η ιστορία κάθε κοινωνίας προσδιορίζεται ως η ιστορία της πάλης των τάξεων» (https://el. wikipedia.org/wiki). Φυσικά μόλις είναι ανάγκη να τονιστεί, ότι κάθε  μονόπλευρη προσέγγιση και ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, που αγνοεί πολλές άλλες βασικές παραμέτρους και παράγοντες, που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία και εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην διαστρέβλωση και στην παρερμηνεία τους.
Μια τέτοιου είδους προσέγγιση, παρερμηνεία και διαστρέβλωση διαπιστώσαμε σε πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδος «Ριζοσπάστης» (23-3-2019), με τίτλο: «198 χρόνια από την Επανάσταση του 1821». Όπως είναι γνωστό η εν λόγω εφημερίδα αποτελεί το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο του Κ.Κ.Ε. και ως εκ τούτου τα πάσης φύσεως άρθρα που δημοσιεύονται εκφράζουν τις αρχές του Διαλεκτικού Υλισμού και του Μαρξισμού.  Διαβάσαμε με προσοχή το εν λόγω άρθρο και διαπιστώσαμε αβίαστα, ότι ο συντάκτης κάνει μιά αγωνιώδη προσπάθεια να προσεγγίσει και ερμηνεύσει το μεγάλο ιστορικό κεφάλαιο της εθνικής μας Παλιγγενεσίας μέσα από μια απόλυτα διαστρεβλωμένη οπτική, κομμένη, ραμμένη και προσαρμοσμένη στα ιδεολογικά στεγανά του Ιστορικού Υλισμού, που αποτελεί ουσιαστικά μια αντιγραφή των ιδεολογημάτων της «κολοβής» ιστοριογραφίας του Γιάννη Κορδάτου και άλλων μαρξιστών ιστορικών. Παραθέτουμε παρά κάτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Ο ανώνυμος συντάκτης, γνήσιος «ορθόδοξος» μαρξιστής, κατ’ αρχήν μας δίδει το «στίγμα» του τρόπου με το οποίο θα επιχειρήσει στη συνέχεια να ερμηνεύσει την  μεγάλη εθνική μας εποποιία: «Αν κι έχουν περάσει κοντά 200 χρόνια από τότε, η Επανάσταση του 1821 συνεχίζει να αποτυπώνεται ανορθολογικά ως το απλό αποτέλεσμα 400 χρόνων σκλαβιάς. Μια τέτοια παρουσίαση, απομακρυσμένη από την ιστορική – υλιστική ερμηνεία των γεγονότων και την κατανόηση της κοινωνικής – ταξικής διάρθρωσης και της ταξικής πάλης της εποχής, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξηγήσει το χρόνο, τις αιτίες ξεσπάσματος και επικράτησης και τις κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης, ενώ συνυπάρχει αρμονικά με δεξιές «μεγάλες ιδέες» για αλύτρωτες πατρίδες έως και «αριστερά» εθνικά όνειρα για όσο το δυνατόν πιο ισχυρό καπιταλισμό». Κατά τον συντάκτη η «λάθος» ερμηνεία των γεγονότων και ο «ανορθολογικός» τρόπος προσέγγισής τους οφείλεται στο ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η «ιστορική – υλιστική ερμηνεία των γεγονότων και η κατανόηση της κοινωνικής – ταξικής διάρθρωσης και της ταξικής πάλης της εποχής». Κατ’ αρχήν δεν αγνοούμε ούτε υποτιμούμε ορισμένες εξωτερικές ιστορικές συγκυρίες, που ευνόησαν την ελληνική επανάσταση, όπως η εξέγερση του Αλή Πασά κατά της Υψηλής Πύλης, οι Ρωσοτουρκικοί Πόλεμοι, οι συνθήκες του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και του Ιασίου, όπως και η προϊούσα παρακμή του οθωμανικού κράτους. Ούτε επίσης αγνοούμε τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξαν ο Ρήγας Φεραίος, η Φιλική Εταιρεία και άλλες μυστικές εταιρείες στην προετοιμασία των υποδούλων ελλήνων για την μεγάλη εξέγερση. Είναι γνωστά τα επαναστατικά κηρύγματα του Ρήγα Φεραίου, που άναψαν μέσα στις ψυχές των ραγιάδων την φλόγα του πόθου της λευτεριάς.
Πρέπει όμως να τονίσουμε και μάλιστα με έμφαση, μια μεγάλη αλήθεια, την οποία φαίνεται να αγνοεί ο συντάκτης. Ότι η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε και προχώρησε πέραν πάσης λογικής, καθ’ όν χρόνον επικρατούσε στην Ευρώπη ένα άκρως αρνητικό πολιτικό κλίμα. Την εποχή εκείνη ουδεμία ξένη δύναμη είχε εκδηλώσει το παραμικρό ενδιαφέρον της για την εθνική μας απελευθέρωση. Η ομόδοξη Ρωσία δεν είχε καμιά διάθεση να εμπλακεί σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η «φωτισμένη» Ευρώπη «έτριζε τα δόντια» της στους Έλληνες επαναστάτες, δια της διαβόητης «Ιεράς Συμμαχίας», τέκνο φυσικά της «Γαλλικής Επανάστασης»! Οι υπόδουλοι πρόγονοί μας χτυπούσαν τις πόρτες των ευρωπαίων, αλλά ματαίως! Τις εύρισκαν κλειστές, έτσι ώστε να γράφει αργότερα ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός: «Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά, να γυρεύης εις τα ξένα, άλλα χέρια δυνατά. Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή, δεν ειν’  εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλή. Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ’  ανάσασιν καμιά, άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά». Σύντομα κατάλαβαν οι αγωνιστές του 21, ότι μόνοι τους θα έπρεπε να ξεκινήσουν τον αγώνα, έχοντας μοναδική τους, ακαταμάχητη βοήθεια και στήριγμα την πίστη τους στον Χριστό και την Παναγία. Γι’ αυτό και το έμβλημα του αγώνος τους ήταν: «Για του Χριστού τη πίστη την αγία  και της πατρίδος την ελευθερία».
Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι η πρωταρχική κινητήρια δύναμη του γενικού ξεσηκωμού και  η κύρια πηγή εμπνεύσεως, θάρρους και ηρωϊσμού των αγωνιστών ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, κάτι επίσης που, (ηθελημένα;), αγνοεί ο συντάκτης. Η Εκκλησία ήταν πάντοτε ο μπροστάρης στον αγώνα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε τη σημαία του αγώνα και κήρυξε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα. Δεκάδες ήταν οι επίσκοποι και πολλές εκατοντάδες οι λοιποί κληρικοί και οι μοναχοί που έχυσαν το αίμα τους στα πεδία των μαχών, ή κατακρεουργήθηκαν από τους τούρκους. Τα μοναστήρια είχαν μεταβληθεί σε προπύργια του αγώνος, σε αποθήκες πυρομαχικών, σε καταφύγια των αγωνιστών. Αγνοεί επίσης ο συντάκτης την ουσιαστικότατη συμβολή ορισμένων σπουδαίων κληρικών, μεγάλων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων της εποχής εκείνης, όπως των αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Άνθιμου Γαζή, Ευγένιου Βούλγαρη, Νικηφόρου Θεοτόκη, κ.α., οι οποίοι με την κηρυκτική και ιεραποστολική τους δράση, την ίδρυση σχολείων, κ.λ.π. τόνωσαν την Ορθόδοξη πίστη, αφύπνισαν πνευματικά το υπόδουλο γένος και καλλιέργησαν τον πόθο της λευτεριάς. Οι παρά πάνω κληρικοί και ιδίως ο πρώτος, όργωσαν κυριολεκτικά όλη την Ελλάδα, και όχι μόνον, κηρύττοντας Χριστό και Ελλάδα. Μήπως τους δίδαξαν «την πάλη των τάξεων και τις οικονομικές και ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις»; Πως λοιπόν συμπεραίνει ο συντάκτης ότι οι αγράμματοι ραγιάδες ξεσηκώθηκαν επειδή είχαν κατανοήσει κάποιας μορφής «ταξική πάλη της εποχής»;      
Παραθεωρεί ακόμη ο συντάκτης γραπτά μνημεία της εποχής εκείνης, τα οποία, ως αδιάψευστα τεκμήρια του αγώνα, κάθε άλλο παρά ως «αστική» και ως προϊόν πάλης των τάξεων  θεωρούν την Επανάσταση. Ο στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην περίφημη ομιλία του στην Πνύκα, στις 7 Οκτωβρίου 1838, είναι σαφής και συντρίβει κάθε μαρξιστική ερμηνεία: «Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε διότι όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος…Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πώς δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση»! Αποστομωτικός είναι και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ο οποίος ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία με το σύνθημα: «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος»! Καταλυτικός είναι και ο λόγος του Στρατηγού Μακρυγιάννη: «Μαζί με πολλούς άλλους άξιους και γενναίγους Έλληνες πολεμήσαμε και λευτερώσαμε τούτο τον τόπο που πατάτε εσείς, και να στοχάζεστε πως τον λευτερώσαμε για σας που γεννηθήκατε σε πατρίδα ελεύθερη, γιατί εμείς λίγο την απολάψαμε, ότι, μόλις εδιώξαμε τους Τούρκους … Να μη θαρρείτε όμως πως έτσι κοιμηθήκαμε από βραδίς Τούρκοι και ξυπνήσαμε Έλληνες. Εχρειάστηκε να θυσιάσουμε αρετή καντάρια και κόπους και αίματα γι’ αυτή την ελευθερία που έχετε εσείς»! Πέραν αυτών ο όρκος που έδιναν τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας αλλά και το έμβλημά της είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, κάτι που αναγκάζεται να ομολογήσει και ο συντάκτης: «Ωστόσο, ο όρκος του Φιλικού ήταν θρησκευτικός και απαιτούσε παρουσία ορθόδοξου ιερέα. Αντίστοιχα, το έμβλημα της Φιλικής στα συστατικά και εφοδιαστικά έγγραφα των μελών της, που στη συνέχεια έγινε σημαία της Επανάστασης, είχε στην κορυφή το Σταυρό και κάτω πρηνή την ημισέληνο, προαναγγέλλοντας την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».
Διακρίνεται πουθενά κάποιο ίχνος «ταξικής πάλης» στα παραπάνω; Ασφαλώς όχι! Πως λοιπόν μπορεί να σταθεί ο ισχυρισμός του συντάκτη ότι δήθεν: «Το 1821, πριν απ’ οτιδήποτε άλλο, ήταν μια αστική επανάσταση, κρίκος στην αλυσίδα των αστικών επαναστάσεων που είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται από τα τέλη του 15ου αιώνα και συνέχισαν να συνταράσσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο»; Έωλος και μετέωρος, χωρίς ιστορικά τεκμήρια, είναι και  ο ισχυρισμός του ότι δήθεν: «Η οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση που επέφερε η ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα και την ιδεολογική διαφοροποίηση κάποιων στρωμάτων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της θεοκρατικής και ανορθολογικής σκέψης, η οποία κυριαρχούσε για αιώνες, ιδιαίτερα στις πολυπληθείς δυνάμεις των χωρικών. Η αγραμματοσύνη και ο περιορισμένος τρόπος ζωής δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τα πολύ στενά όρια της ατομικής ή συλλογικής εμπειρίας, η οποία μεταβιβαζόταν προφορικά από γενιά σε γενιά, αναπτύσσοντας έναν τρόπο σκέψης σχεδόν ολοκληρωτικά επικαθοριζόμενο από τους οθωμανικούς και εκκλησιαστικούς θεσμούς». Η Ελληνική Επανάσταση είναι η πρώτη Επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητος, η οποία είχε όχι μόνο εθνικοαπελευθερωτικό, αλλά και ιερό εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Είναι όντως ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο. Δεν ήταν δε καρπός και προϊόν του «Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», όπως θέλει ο συντάκτης, αλλά ενός άλλου, αληθινού «Διαφωτισμού», του Ορθοδόξου «Διαφωτισμού», φορείς του οποίου υπήρξαν οι μεγάλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες που μνημονεύσαμε παρά πάνω.
Βέβαια αργότερα, μετά την απελευθέρωση, οι πρόγονοί μας καθόρισαν στις περίφημες διακηρύξεις των Εθνοσυνελεύσεων και στα πρώτα Συντάγματα του Ελληνικού Κράτους τις βασικές συνταγματικές διατάξεις περί ελευθερίας, ισότητος, ισονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτές διακηρύχτηκαν μεν και από τους πρωτοπόρους του «Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», ήταν όμως δάνεια από την δική μας Ελληνορθόδοξη Παράδοση. Όσοι αμφιβάλλουν, ας μελετήσουν τις πηγές, για να διαπιστώσουν ότι οι Έλληνες Ορθόδοξοι ραγιάδες βίωναν αυτές τις αξίες μεταξύ τους στις περίφημες «Κοινότητές» τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της δουλείας! Ας μελετήσουν το πνευματικό, μορφωτικό και κοινωνικό κήρυγμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, για να δουν πώς ο μεγάλος εκείνος άνδρας διαφώτιζε τους υπόδουλους Έλληνες, πολύ πριν την «Γαλλική Επανάσταση»!
Κλείνοντας εκφράζουμε την έκπληξή μας, βλέποντας κάποιοι να επικαλούνται την οριστικά νεκρή μαρξιστική ιδεολογία και να χρησιμοποιούν τον Ιστορικό Υλισμό, για να «ερμηνεύσουν» ιστορικά γεγονότα. Η μονολιθική μαρξιστική ιδεοληψία ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν. Την έθεσε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας η ιδική της παταγώδης  αποτυχία και χρεωκοπία να επιτύχει τον δήθεν «κοινωνικό μετασχηματισμό» και τον μαρξιστικό «παράδεισο» με φασιστικές μεθόδους και δυστυχώς όχι αναίμακτες!
          Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Ι.Μ.Πειραώς, Η λύση του «Άλυτου αινίγματος της Θρησκείας»


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 27η Μαΐου 2019
Η θρησκευτικότητα είναι ένα από τα σπουδαιότερα φαινόμενα στην ανθρώπινη ιστορία. Μελετώντας την πορεία του ανθρωπίνου γένους, διαπιστώνουμε πως, ένα από τα πλέον σταθερά στοιχεία του είναι το θρησκευτικό φαινόμενο, η ακαταμάχητη τάση του ανθρώπου να θρησκεύει, η έμφυτη ανάγκη του να εξαρτά την ύπαρξή του από μια οντότητα ανώτερη της ιδικής του φύσεως. Η θρησκεία είναι πανταχού παρούσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, έτσι ώστε να είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη ζωή. Είναι γνωστό το περίφημο απόφθεγμα του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Πλουτάρχου (46-127 μ. Χ.), (σε μετάφραση), ότι: «Ταξιδεύοντας θα μπορούσες να βρεις και πόλεις χωρίς τείχη, γράμματα, βασιλείς, σπίτια, χρήματα, που δε χρειάζονται νομίσματα, που τους λείπουν θέατρα και γυμναστήρια, δεν υπάρχει όμως ούτε έχει υπάρξει κανείς που να είδε κάποια πόλη χωρίς ιερά και θεούς, που δε χρησιμοποιεί ευχές, όρκους, μαντείες ή θυσίες για καλό σκοπό ή για την αποτροπή των κακών» (Πλούταρχος, Προς Κολώτην Επικούρειον, 1126, D-E). Tο φαινόμενο της Θρησκείας γίνεται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας ήδη από τον 19ον αιώνα, με τους δύο μεγάλους θεμελιωτές της κοινωνιολογίας της Θρησκείας, τον Emile Durkheim, (1858-1917), και τον Max Weber, (1864-1920). Οι δύο αυτοί επιστήμονες προσπάθησαν να ερευνήσουν το θρησκευτικό φαινόμενο ως προς τις εξωτερικές εκφάνσεις του, ως προς συλλειτουργία του με τους άλλους κοινωνικούς θεσμούς, αλλά και ως προς το ρόλο του, να δώσει ένα υπερβατικό και καθολικό νόημα στη ζωή του ανθρώπου.
Ωστόσο παρά το ότι το φαινόμενο της θρησκείας έχει μια αναμφισβήτητη καθολικότητα και επηρεάζει βαθύτατα τα ανθρώπινα πρόσωπα και τις κοινωνίες, από τον 18ον αιώνα και εντεύθεν εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας δύο μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός, και το γνήσιο πνευματικό τέκνο του, ο άθεος διαλεκτικός υλισμός, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων υπήρξε η αποστροφή και η εχθρότητα προς τον Χριστιανισμό και γενικότερα προς το θρησκευτικό φαινόμενο. Εξ’ αυτών το μεν πρώτο, αφού θεοποίησε τον ανθρώπινο νου και ανήγαγε τον άνθρωπο σε απολυτότητα, στράφηκε κατά της θρησκείας, θεωρώντας την ως «ξεπερασμένο φαινόμενο», ως σύμπτωμα «ανωριμότητας» και ως «ανασταλτικό παράγοντα» της προόδου και της ευημερίας του ανθρώπου. Το δε δεύτερο την θεώρησε ως «όπιο του λαού», ως κατασκεύασμα του ανθρώπου, ως  «φαντασιακή πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας». Και τα δύο αυτά αθεϊστικά και φιλοσοφικά ρεύματα προσπάθησαν να «απελευθερώσουν», όπως ισχυρίζονται, το σύγχρονο άνθρωπο από αυτή την απατηλή κατάσταση, επαγγελλόμενοι την επιστήμη, η οποία θα «εξαφανίσει»  τις ατομικές και κοινωνικές παθογένειες και μαζί τους την θρησκεία.     
Σχετικά πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητος στην «Εφημερίδα των Συντακτών», (26-4-2019), άρθρο του κ. Θανάση Γιαλκέτση, με τίτλο: «Το άλυτο αίνιγμα της θρησκείας». Ο συντάκτης παραθέτει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ρεμί Μπραγκ, φιλοσόφου και ιστορικού των θρησκειών και ομοτίμου καθηγητού στη Σορβόνη, με τίτλο «Sur la religion», (Γύρω από τη θρησκεία). Παίρνει αφορμή από την έξαρση της «θρησκευτικότητας» των αγίων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος και προσπαθεί να «ρίξει φως» στο «άλυτο αίνιγμα της θρησκείας», με την παράθεση του εν λόγω αποσπάσματος. Ωστόσο και για τον Γάλλο ερευνητή το θρησκευτικό φαινόμενο παραμένει ένα «άλυτο αίνιγμα». Και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι στο κείμενό του παραθέτει απλώς μια σειρά από θέσεις και απόψεις άλλων κοινωνιολόγων και ερευνητών περί θρησκείας, τελείως διαφοροποιημένες η μία από την άλλη, ή και αντικρουόμενες μεταξύ τους, χωρίς να προχωρεί σε κάποια, έστω, κριτική αξιολόγηση των εν λόγω θέσεων. Χωρίς να είναι σε θέση να μας πληροφορήσει, ποια από όλες αυτές τις θέσεις, κατά τη γνώμη του, πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια. Αλλά, προ πάντων και κυρίως, χωρίς να μπορεί και ο ίδιος ακόμη να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα και να μας πληροφορήσει, με βάση τις δικές του επιστημονικές έρευνες, ποια είναι η προσωπική του άποψη γύρω από το θρησκευτικό φαινόμενο. Βρίσκεται σε ένα πραγματικό αδιέξοδο. Ψηλαφάει μέσα στο σκοτάδι.
Για να πάρει μια γεύση ο αναγνώσττης παραθέτουμε μερικές από αυτές τις απόψεις:
«Aν θέλουμε να ανατρέξουμε στην έννοια των θρησκευτικών φαινομένων, δεν μπορούμε να τα ορίσουμε ξεκινώντας από την αντίθεση ανάμεσα στο φυσικό και στην εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Πράγματι, στην πρώτη περίπτωση, η ‘θρησκεία’ που ορίζουμε ως ‘φυσική’ παραπέμπει στη στάση του ανθρώπινου υποκειμένου, στη ‘θρησκευτικότητα’. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση, αυτό που θεωρείται ‘εξ’ αποκαλύψεως’ παραπέμπει στο περιεχόμενο που προτείνεται στην πίστη». «Η θρησκεία γίνεται μια θεωρητική έννοια με τον λουθηρανό θεολόγο και φιλόσοφο Φρίντριχ Σλάιερμαχερ. Στο έργο του ‘Λόγοι για τη θρησκεία’, που δημοσιεύτηκε ανώνυμο το 1802, αντιτίθεται στον ριζοσπαστικό Διαφωτισμό και στις συνέπειές του στη μετεπαναστατική Ευρώπη και αναλαμβάνει την υπεράσπιση της θρησκείας κατανοώντας την όχι ως σκέψη ούτε ως δράση, αλλά ως ‘ενόραση και συναίσθημα’, ως ‘αίσθηση και προτίμηση για το άπειρο’». «Πολλοί μελετητές ισχυρίστηκαν ότι είχαν βρει την ουσία της θρησκείας σε ένα ορισμένο συναίσθημα. Αυτό το συναίσθημα έπρεπε να εξηγεί τόσο την προέλευση της θρησκείας όσο και την πρακτική της». «Στην αρχαιότητα αυτή η προσέγγιση είχε ένα κριτικό νόημα. Συχνά εντοπίζουμε τις απαρχές της θρησκείας στον φόβο και, για να φωτίσουμε αυτή τη θεωρία, δεν παραλείπουμε να αναφέρουμε έναν λατινικό στίχο του 1ου μ.Χ. αιώνα, που βρίσκουμε στον Στάτιο και στον Πετρώνιο: ‘Ο φόβος ήταν αυτός που πρώτος δημιούργησε τους θεούς στον κόσμο’». «Υποτίθεται ότι η θρησκεία θα ήταν μια αντίδραση στην αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στα φυσικά φαινόμενα, όπως η βροντή, ο κεραυνός ή και ο θάνατος». «Θεώρησαν ότι το ιδιαίτερο αντικείμενό του είναι το ιερό. Ο Ρούντολφ Οτο εξέφρασε τα χαρακτηριστικά του με λατινικούς όρους: mysterium, tremendum et fascinans». «Έτσι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ότι και ο βουδισμός αποτελεί θρησκεία, παρά την απουσία της ιδέας του θεού». «Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι και ο αθεϊσμός μπορεί να γεννήσει κάτι παρόμοιο με «μυστικισμό». Αυτή είναι η περίπτωση των ιδεολογιών των ολοκληρωτικών καθεστώτων εθνικοσοσιαλιστικού ή λενινιστικού τύπου στον εικοστό αιώνα, που θεωρούνται μερικές φορές ‘κοσμικές θρησκείες’ ή ‘πολιτικές θρησκείες’».
Οι παρά πάνω θέσεις και απόψεις των ερευνητών, κατά την ταπεινή μας γνώμη, απηχούν είτε την ιδεολογία του άθεου ευρωπαϊκού διαφωτισμού, είτε του άθεου διαλεκτικού υλισμού, είτε του θεϊσμού, όπως στην περίπτωση του Φρίντριχ Σλάιερμαχερ, ο οποίος απορρίπτει τον Διαφωτισμό εξ’ ίσου με τον Χριστιανισμό και καταλήγει στην παραδοχή ενός απροσδιόριστου θεού, τον οποίο μπορεί κανείς να πλησιάσει με την «ενόραση και το συναίσθημα».
Εν προκειμένω τίθεται το ερώτημα: Εν μέσω όλων αυτών  των, εν πολλοίς αντικρουομένων θέσεων και απόψεων, τι έχει να μας απαντήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία γύρω από το θρησκευτικό φαινόμενο; Με πολύ σύντομο και συνοπτικό τρόπο θα προσπαθήσουμε με βάση την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, να δώσουμε κάποια απάντηση στο παρά πάνω ερώτημα. Κατ’ αρχήν το φαινόμενο της θρησκείας είναι ένα μεταπτωτικό φαινόμενο. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε την αφετηρία του θα πρέπει να  ανατρέξουμε στην αρχή της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους, στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, τον Αδάμ και την Εύα. Οι πρωτόπλαστοι στον κήπο της Εδέμ δεν είχαν ανάγκη της θρησκείας, δεν είχαν θρησκεία, διότι αισθάνονταν μέσα τους την παρουσία του Θεού. Δεν χρειάζονταν επικλήσεις και τελετουργίες για να έρθουν σε επαφή με τον Θεό, διότι ζούσαν συνεχώς εν τω Θεώ, συνομιλούσαν άμεσα με τον Θεό και απολάμβαναν άρρητη χαρά και ευφροσύνη. Όταν όμως αμάρτησαν και εξορίστηκαν από τον παράδεισο, έπαυσαν πλέον να βρίσκονται σε κοινωνία με τον Θεό, έφυγε από μέσα τους η ζωοποιός Χάρις του αγίου Πνεύματος και έτσι έγινε αισθητή η απουσία του Θεού από τη ζωή τους. Έμεινε όμως η ανάμνηση της προηγούμενης μακαριότητος και εν Θεώ κοινωνίας που είχαν μέσα στον παράδεισο. Αυτή η ανάμνηση, η οποία ήταν ζωντανή όχι μόνον στον Αδάμ, αλλά και σ’ όλους τους απογόνους του, γεννούσε μέσα τους την νοσταλγία και τον πόθο να επανασυνδεθούν με τον Θεό, να έλθουν και πάλι σε κοινωνία με τον Θεό, με τις δικές τους τώρα δυνάμεις. Ωστόσο αφ’ ενός η απουσία της Χάριτος και αφ’ ετέρου η προϊούσα αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό, λόγω των αμαρτιών των, έφερε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον σκοτισμό της ψυχής των. Ο δε σκοτισμός της ψυχής οδήγησε σε λάθος τρόπο αναζητήσεως και επικοινωνίας με τον Θεό. Έτσι έφθασε ο άνθρωπος να λατρεύει τα κτίσματα παρά τον Κτίστη, τον οποίο αντικατάστησε με άψυχα και νεκρά είδωλα, φτιαγμένα από χρυσό, ή άργυρο, ή άλλους πολύτιμους λίθους. Και όπως λέγει ο Παύλος: «γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν, ή ευχαρίστησαν, αλλ  εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία· φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών», (Ρωμ.1,21-23). Επομένως λοιπόν οι θρησκείες, έτσι όπως τις γνωρίζουμε, είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, με τρομακτικές ατέλειες, ώστε συχνά να γίνονται αιτία, συμφορών για την ανθρωπότητα. Αντί να βοηθούν τον άνθρωπο να αναχθεί στο Θεό, τον παρασύρουν σε πρακτικές βλαπτικές και συχνά ολέθριες γι’ αυτόν (δεισιδαιμονία, ανορθολογισμός, ανθρωποθυσίες, ποικίλη εκμετάλλευση, θρησκευτικοί πόλεμοι εν ονόματι του Θεού, μίση, αντικοινωνικές καταστάσεις).
Ήρθε όμως ο Χριστός στον κόσμο και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού απέδειξε ότι δεν είναι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός με πλήθος θαυμάτων και προ παντός με την ανάστασή Του, ίδρυσε την Εκκλησία Του, για να καταργήσει κάθε θρησκεία και κάθε απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να αυτολυτρωθεί. Έγινε Εκείνος «λύτρον αντί πολλών» (Ματθ.20.28), για να απολυτρώσει τον πεσόντα άνθρωπο. Αν οι θρησκείες του κόσμου είναι οι ανεπιτυχείς προσπάθειες των ανθρώπων να πλησιάσουν στον Θεό και να ενωθούν μαζί του, η Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα, το οποίο, μόνο αυτό, μπορεί να ανυψώσει τον άνθρωπο στον αληθινό Θεό. Είναι η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15), κατά τον απόστολο Παύλο, ο καινούριος κόσμος του Θεού, ο οποίος ήρθε να εκτοπίσει τον παλαιό πτωτικό κόσμο, τον κόσμο της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου.
Αυτή λοιπόν είναι η λύση του «αινίγματος της θρησκείας». Έξω από αυτή τη βιβλική «λύση» δεν υπάρχει άλλη «λύση», απλούστατα διότι δεν υπάρχει κανένας άλλος, εκτός από τον Χριστό, που νίκησε τον θάνατο. Μόνον ο Χριστός με την ανάστασή του απέδειξε, ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός και επεκύρωσε με την διδασκαλία του τα βιβλικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης που μας δίνουν απάντηση στο ανθρωπίνως «αίνιγμα της Θρησκείας». Κάτι βέβαια που δεν είναι σε θέση να δουν οι άθεοι και οι πολέμιοι της Εκκλησίας.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Γεώργιος Αντουράκης Αρχαία Μαρτύρια και χριστιανικοί ναοί


Η επίδραση της τιμής των Μαρτύρων στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας

Αθήνα 1994, ιδιωτική έκδοση.



ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τελειώνοντας, συν Θεώ, την παρούσα μελέτη-εισήγηση, κρίνω σκόπιμο να διατυπώσω ακόμη κάποιες συνοπτικές σκέψεις-απόψεις, υπό μορφή επιλεγομένων ή και συμπερασμάτων, διευκολύνοντας έτσι τους αναγνώστες-μελετητές.

1. Η αρχιτεκτονική και η αισθητική μορφή του ι.Ναού-Μαρτυρίου εξυπηρετούσε καθαρά λειτουργικές και πρακτικές ανάγκες και σκοπούς. Ασφαλώς το ιδεολογικό και λειτουργικό επίκεντρο των Χριστιανικών Εκκλησιών, και μάλιστα ο χώρος του ιερού Βήματος, ήταν πάντοτε το ιερό Θυσιαστήριο-Αγία Τράπεζα, δηλαδή ο τάφος του "συμμάρτυρος" του Χριστού Αγίου, σύμφωνα μάλιστα και με τη ρητή διατύπωση του βιβλίου της Αποκαλύψεως (6,9), η οποία ασφαλώς και επηρέασε τα μέγιστα «...είδον υποκάτω του Θυσιαστηρίου τας Ψυχάς των εσφαγμένων διά τον λόγον του Θεού και διά την μαρτυρίαν του Αρνίου».

2. Η θρησκευτική λειτουργικότητα των Μαρτυρίων-Ναών ερμηνεύεται καλύτερα, πάντοτε σε συνδυασμό με το ιδεολογικό και πρακτικό τους πρόγραμμα και σκοπό, ήτοι: α) Το ιδεολογικό, δηλαδή η Εικόνα, εκφράζει πολύ περισσότερο τη θρησκευτική πίστη και σκέψη από ότι η αρχιτεκτονική των εν λόγω κτηρίων. Ως γνωστόν, οι ι.Εικόνες χαρακτηρίζονται ως "η ψυχή και η καρδία" των ιερών Ναών-Μαρτυρίων, αποτελούν δε την καθαρότερη έκφραση -ή και τον "καθρέπτη"- της Πίστεως και του δόγματος των πιστών. β) Μεγάλη όμως σπουδαιότητα έχει και ο πρακτικός σκοπός των εν λόγω Μαρτυρίων-Ναών.

Oι έχοντες την ευλογία-χάρη, την τιμή-πρωτοβουλία ανεγέρσεως των ιερών αυτών καθιδρυμάτων, δηλαδή oι "κτίτορες" με την ευρύτερη έννοια, ασφαλώς ελάμβαναν υπ' όψη τους τις πνευματικές και υλικές ανάγκες της χριστιανικής κοινότητας. Αυτές οι ανάγκες τους καθοδηγούσαν π.χ. στην επιλογή του χώρου-τοποθεσίας, στις διαστάσεις, στα εικονιζόμενα ιερά πρόσωπα ή θέματα κ.λπ. Συνήθως κοντά στον τόπο όπου έζησε, μαρτύρησε ή ανεπαύθη ο Μάρτυρας-Άγιος-Όσιος ιδρύετο και ο ιερός Ναός- Μαρτύριο, προς τιμή του στεφανώσαντος τον Μάρτυρα ή Άγιο Χριστού.

3. Από τον 4ο αιώνα και εξής η ΚΠολη είχε το ιδιαίτερο προνόμιο κατοχής και επιδείξεως ολοσώμων ιερών λειψάνων Μαρτύρων, Αγίων, Οσίων. Oι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, θέλοντας να καταδείξουν το θρησκευτικό γόητρο της Νέας Πρωτεύουσας, καλώς ή κακώς "απογύμνωσαν" τις Ανατολικές κυρίως Επαρχίες από τα πολύτιμα και ιερά λείψανα των πλέον λαοφιλών Μαρτύρων και Αγίων. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός ολόσωμων αγίων λειψάνων μετακομίστηκε στην ΚΠολη, τα οποία τοποθετήθηκαν με ιδιαίτερη ευλάβεια σε παλαιούς ή και νέους περικαλλείς ι.Ναούς-Μαρτύρια, συνήθως στο χώρο του ιερού Βήματος. Γνωστοί είναι π.χ. oι λαμπροί ι.Ναοί -κυρίως από την εποχή του Μ.Κωνσταντίνου μέχρι τους χρόνους του Ιουστινιανού- στους οποίους μετακομίσθηκαν πολύτιμα ιερά λείψανα.. Σημειωτέον ότι αρχικά το όνομα Μαρτύριο δόθηκε μόνο για ι.Ναούς που φιλοξενούσαν ολόσωμα και αυθεντικά ιερά Λείψανα. Παράλληλα όμως (ήδη από τον 4ο αι. κ.ε.) ως αυθεντικά Μαρτύρια-Ναοί θεωρήθηκαν και εκείνα που περιείχαν έστω και ένα τεμάχιο γνησίου ιερού λειψάνου, αφού δεν ήταν δυνατόν όλες οι Εκκλησίες (Ανατολής και Δύσεως) να κατέχουν ολόσωμα ιερά λείψανα, και μάλιστα των πλέον δημοφιλών Μαρτύρων και Αγίων. Κατ' οικονομίαν, λοιπόν, η επίσημη Εκκλησία αναγκάστηκε να παραδεχθεί και να εφαρμόσει τον "τεμαχισμόν" των ολοσώμων ι.λειψάνων.

4. Τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση ήταν κοινώς παραδεκτή -ή και υποχρεωτική- η αντίληψη, ότι: η Θεία Ευχαριστία (Θ. Λειτουργία) έπρεπε να τελείται "επί του αίματος των Μαρτύρων", δηλαδή επάνω στην Αγία Τράπεζα, η οποία είχε καθαγιασθεί με τεμάχιο ιερού λειψάνου χριστιανού Μάρτυρα ή Αγίου. Η πράξη αυτή -ως πανάρχαια αρχή και συνήθεια- επικράτησε σ' ολόκληρη τη Χριστιανική Ορθοδοξία, τόσο κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, όσο και μετέπειτα (4ος-10ος αιώνας). Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τις διάφορες πηγές (κείμενα), αλλά και από τις πλούσιες αρχαιολογικές μαρτυρίες, δηλαδή από τα ίδια τα χριστιανικά Μνημεία, όπως: Άγιες Τράπεζες, λειψανοθήκες, "εγκαίνιον" ή "καταθέστον" ι.Ναών, ψηφιδωτές επιγραφές στο χώρο του ι.Βήματος κ.λπ. Ήδη από την αρχή του λεγόμενου "Μεσαίωνα" (7ος-9ος αι.) η τοποθέτηση τιμίων λειψάνων πάνω ή κάτω από τις Άγιες Τράπεζες (εγκαίνια), δηλ. ο πλήρης καθαγιασμός των Εκκλησιών, φαίνεται ότι είχε ολοκληρωθεί. Ασφαλώς θα υπήρχαν και κάποιες καθυστερήσεις καθαγιασμού-εγκαινίων, δεν μαρτυρούνται όμως αντιδράσεις ή αντιθέσεις. Ας σημειωθεί ότι η Ανατολή προτιμούσε πάντοτε τα ολόσωμα ιερά λείψανα των Μαρτύρων, ενώ η Δύση αρκείτο έστω και σε ελάχιστα τεμάχια ιερών λειψάνων, τα οποία ευσεβείς (ή μή) προσκυνητές "μετέφερον, ευκαιρίας δοθείσης". Δυστυχώς, δεν είναι άγνωστες και ορισμένες "αρπαγές, καταχρήσεις ή και εμπόριο" ιερών λειψάνων κυρίως από τους Δυτικούς. Γνωστή είναι π.χ. η περίπτωση της μεταφοράς ή "αρπαγής" του ιερού λειψάνου του Επισκόπου Μύρων της Λυκίας Αγίου Νικολάου, του οποίου το λείψανο "κλάπηκε" το 1087 από δυτικούς (εμπόρους) και φιλοξενείται μέχρι σήμερα σε ομώνυμο περικαλλή ναό στο Μπάρι της Ιταλίας. Γεγονός πάντως είναι ότι ανέκαθεν υπήρχαν στενότατοι δεσμοί και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αρχαίων Μαρτυρίων και των Χριστ. Ναών όχι μόνο των επαρχιών, αλλά και των πόλεων. Ασφαλώς ισχυρός συνεκτικός κρίκος μεταξύ τους ήταν και η καθιέρωση-εγκαίνια όλων των ι.Ναών με τίμια λείψανα Μαρτύρων (4ος αι. κ.έ.)

5. Τα Μαρτύρια αγαπήθηκαν και τιμήθηκαν τόσο πολύ από το σύνολο του πληρώματος της Εκκλησίας, ώστε αρκετά Μαρτύρια μετατράπηκαν σε περικαλλείς ιερούς Ναούς μεγάλων ή μικρών αστικών κέντρων, ενώ παράλληλα συνδέθηκαν στενά κυρίως με το ιερό Βήμα των Χριστιανικών Ναών και -με επίκεντρο πάντοτε την Αγία Τράπεζα- αποτέλεσαν τη βάση της Χριστιανικής Ναοδομίας και Τέχνης. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι υπάρχει πάντοτε μια σταθερή αναλογία, συμμετρία ή και ταύτιση, μεταξύ του Τάφου, των Παθών και της Αναστάσεως του "Αρχιμάρτυρος" Χριστού και των Μαρτύρων της Χριστιανικής Πίστεως. Με την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας επί του ιερού Θυσιαστηρίου, τα Μαρτύρια σχετίζονται -συμβολικά, λειτουργικά καί θεολογικά- με την Ανάσταση του Κυρίου, ο οποίος και στεφανώνει τους εκλεκτούς του Μάρτυρες. Πρβλ. το πλούσιο Εικονογραφικό Μέρος της μελέτης (Εικόνες 1-35).

6. Άν ληφθούν υπ' όψη όλα τα παραπάνω λεχθέντα, πιστεύω ότι ερμηνεύονται και κατανοούνται καλύτερα και απειράριθμα Μνημεία της Χριστιανικής Τέχνης, και μάλιστα: α) η Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική και κυρίως τα επιμέρους τμήματα του ι.Βήματος: Αγ.Τράπεζα, Κιβώριο, Σύνθρονο, Τέμπλο συνδέονται στενά με τις μορφές και τη χρησιμότητα των Χριστ.Μαρτυρίων (πρβλ.και τα "Άγια των Αγίων" της Π.Διαθήκης). β) Τα εικονογραφικά θέματα, που αρχικά κοσμούσαν τα ιερά κτίρια των Μαρτυρίων-Ναών, πλουτίστηκαν προοδευτικά και "πέρασαν" ευκολότερα στη Μνημειακή Εκκλησιαστική Ζωγραφική. γ) Oι τόσο πλούσιοι Εικονογραφικοί κύκλοι (ιστορικός, λειτουργικός και δογματικός), καθώς και oι θαυμάσιοι Εκκλησιαστικοί Ύμνοι, και μάλιστα η Θεία Λειτουργία -όλα μαζί- υποβοηθούν και κατατείνουν: 1) στη δοξολογία του Τριαδικού Θεού και των εκλεκτών του, Μαρτύρων-Αγίων, και 2) στη θέωση των πιστών διά του φρικτού Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ασφαλώς αυτό είναι το Κέντρο της Λατρευτικής Ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία ορθώς χαρακτηρίζεται και ως "Εκκλησία της Αναστάσεως", με έντονο "Μαρτυρο-Αγιοκεντρικό" χαρακτήρα, πάντοτε όμως "εις δόξαν του εν Τριάδι Θεού".

Γεώργιος Αντουράκης Αρχαία Μαρτύρια και χριστιανικοί ναοί



Η επίδραση της τιμής των Μαρτύρων στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας

Αθήνα 1994, ιδιωτική έκδοση.



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΝΑΩΝ

Γ'. Μάρτυρες-Μαρτύρια στην Εικονογραφία και Υμνογραφία της Εκκλησίας.

α. Αγιογραφία: Ευνόητη είναι η μεγάλη επίδραση των Μαρτυρίων-Ναών σ' ολόκληρη τη Χριστιανική Τέχνη. Ειδικότερα, οι Εικονογραφικοί κύκλοι των Χριστιανικών Ναών άρχισαν σιγά-σιγά να σχετίζονται άμεσα με την εικονογράφηση των Μαρτυρίων και την εν γένει τιμή των μαρτύρων. Ως γνωστό, κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, ο χαρακτήρας της εικονογραφήσεως των χριστιανικών τάφων ήταν καθαρά συμβολικός και μάλιστα θριαμβευτικός, εναρμονισμένος δηλαδή απόλυτα με το χαρμόσυνο και θριαμβευτικό χαρακτήρα της τιμής των Μαρτύρων. Δυστυχώς ελάχιστες προσωπογραφίες Μαρτύρων και Αγίων γνωρίζομε κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες (π.χ. κατακόμβη Αγ. Κομοδίλλης), ενώ απουσιάζουν παραστάσεις από τα πάθη των Μαρτύρων. Οι εικονογραφικές συνθέσεις της εν λόγω εποχής περιελάμβαναν συνήθως επιλογές θεμάτων από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, συμβολικές παραστάσεις από την ειδωλολατρία (Ιχθείς, Ορφέας, Φιλόσοφοι κ.λπ.), παραστάσεις πτηνών, ζώων και αντικειμένων, σκηνές από Συμπόσια-Συνάξεις-Δείπνα κ.α. Τα θέματα αυτά (ειδωλολατρικά και μη) είχαν έντονο συμβολικό περιεχόμενο, που δεν ήταν εύκολο να συμβιβαστούν με τον ιστορικό χαρακτήρα του πάθους και του μαρτυρίου των "μιμητών του Πάθους του Χριστού" Μαρτύρων (εικ. 29-35).

Από τον 4ο αιώνα κ.ε. αρχίζουν να απεικονίζονται σταδιακά και σκηνές με καθαρά ιστορικό περιεχόμενο, όπως αυτές του πάθους και του θανάτου των Μαρτύρων. Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, ότι κατά την εν λόγω εποχή οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρονται συχνά στα φρικτά βασανιστήρια των Μαρτύρων, αποσκοπώντας στη μίμηση από τους πιστούς των άθλων των ηρώων της Χριστιανικής Πίστεως. Πρβλ. π.χ. τα λόγια του Γρηγορίου του Θεολόγου (Ε.Π.Ε., τόμ. 3ος, σελ. 126-129). Έτσι, τα προσφιλέστερα θέματα που κοσμούσαν τα αρχαία Μαρτύρια εμπλουτίζονται σιγά-σιγά, υιοθετούνται και τελικά επικρατούν στην αγιογράφηση των Χριστιανικών Ναών. Έχοντας μάλιστα υπ' όψη μας τη μεγάλη σημασία που απέδιδαν και oι Πατέρες της Εκκλησίας στη Ζωγραφική των ι.Ναών -για τη διδασκαλία, την κατήχηση και την ηθική αρωγή και διαπαιδαγώγηση των πιστών- αντιλαμβανόμαστε για ποιο λόγο σκηνές από τη ζωή και το πάθος των Μαρτύρων και των Αγίων κατέχουν τόσο μεγάλη έκταση στην εικονογράφηση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ναοδομίας. Χαρακτηριστικά ειναι εν προκειμένω και τα εξής λόγια του Μεγάλου Βασιλείου: «α γaρ ο λόγος της ιστορίας διά της ακοής παρίστασι, ταύτα γραφική σιωπώσα διά της μιμήσεως δείκνυσιν» (πρβλ. Migne, P.G., τόμ. 31ος, στ. 508-509). Oι παραστάσεις αυτές δύνανται να χαρακτηρισθούν και ως "πρωτοεικόνες" της Θείας Επιφανείας στους Μάρτυρες-Αγίους μέσα στους οίκους Λατρείας-Ναούς-Μαρτύρια της Χριστιανικής Ιστορίας και Τέχνης.

Β. Υμνογραφία: Πολλές φορές η Αγιογραφία συνεπικουρείται η και συμπληρώνεται από την τόσο πλούσια Υμνογραφία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία πλουτίζεται από εξαίσιους Ύμνους, αφιερωμένους με τόση αγάπη και τιμή στους Μάρτυρες, Αγίους, Οσίους. Οι Ύμνοι αυτοί ψάλλονται μέχρι και σήμερα κατά τις Εορτές των Αγίων, ως επιβίωση της οφειλομένης τιμής κατά τη γενέθλιο ημέρα του Μάρτυρα. Ο φίλος των Μαρτύρων πάπας Δάμασος Α' (366-384) πρώτος συνέταξε ωραίους Ύμνους προς τιμή των Μαρτύρων των κατακομβών της Ρώμης. Τους Ύμνους μάλιστα αυτούς κατέγραψε σε μαρμάρινες πλάκες, που τοποθετήθηκαν στους μαρτυρικούς τάφους ή νεκροθαλάμους (cubicula). Ως γνωστό και με την πάροδο των αιώνων, μεγάλοι Υμνωδοί της Εκκλησίας συνέθεσαν θεσπέσιους Ύμνους -πλήρεις ευσεβείας και ποιητικής τέχνης- προς τιμή των Μαρτύρων, Αγίων και Οσίων. Από πολλούς, λαοφιλείς κυρίως, Ύμνους εμπνέονται ή επηρεάζονται και oι ευσεβείς Αγιογράφοι των Ορθοδόξων Ναών. Πρβλ. π.χ. τους γνωστούς Ύμνους "Άξιόν εστιν..., Ακάθιστον Ύμνον" κ.λπ., οι οποίοι αντιγράφονται και στην Εικονογραφία πολλών Εκκλησιών. Το θέμα όμως αυτό είναι πολύ μεγάλο -και τόσον ενδιαφέρον- εκφεύγει όμως από τα πλαίσια της παρούσας μελέτης.

Γεώργιος Αντουράκης Αρχαία Μαρτύρια και χριστιανικοί ναοί



Η επίδραση της τιμής των Μαρτύρων στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας

Αθήνα 1994, ιδιωτική έκδοση.



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΝΑΩΝ

Α'. Υπαίθρια Μαρτύρια και Ναοί των πόλεων.

Σπουδαίες μαρτυρίες για ίδρυση Μαρτυρίων-Ναών της ΚΠόλεως παρέχουν π.χ. οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί δύο μεγάλων Αυτοκρατόρων: Ο Ευσέβιος (για τα κτίσματα του Μ.Κων/νου) και ο Προκόπιος (για εκείνα του Ιουστινιανού). Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι όσα αναφέρει ο Ευσέβιος για τα ιερά καθιδρύματα της ΚΠόλεως επί της εποχής του Μ.Κων/νου, όπως: «...την δε γ' επώνυμον αυτού πόλιν εξόχω, τιμή γεραίρων ευκτηρίοις πλείοσιν εφαίδρυνε μαρτυρίοις τε μεγίστοις και περικαλλεστάτοις οίκοις, τοις μεν προ του άστεως, τοις δ' εν αυτώ τυγχάνουσι, δι'ων ομού και τας των μαρτύρων μνήμας ετίμα και την αυτού Πόλιν τω των μαρτύρων καθιέρου Θεώ» (πρβλ. Εις τον βίον Κωνσταντίνου ΙΙΙ, 48). Σε άλλη δε ευκαιρία ο ίδιος ιστορικός (κεφ. 11,28) υπογραμμίζει ότι: τα ιερά λείψανα των μαρτυρησάντων (το 310) «...ναών οίκοις περικαλλέσιν αποτεθέντα εν ιεροίς τε προσευκτηρίοις εις άληστον μνήμην τω του Θεού λαώ τιμάσθαι παραδεδομένα».

Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει τόσο από τις γραπτές πηγές όσο και από τα αρχαιολογικά δεδομένα, σχεδόν όλα τα επί της εποχής του Μ. Κων/νου Μαρτύρια ιδρύθηκαν εκτός των πόλεων (με εξαίρεση βέβαια τη βασιλική του Λατερανού στη Ρώμη). Η συνήθεια αυτή φαίνεται ότι διατηρήθηκε καθ' όλο το 4ο αιώνα, κατά τον οποίο υπήρχε σαφής διάκριση μεταξύ των εκτός πόλεων Μαρτυρίων και εκείνων που βρίσκονταν εντός των πόλεων. Η βασική διαφορά τους ήταν ότι: στα εκτός πόλεως μαρτύρια η τέλεση της θείας Λειτουργίας-Ευχαριστίας γινόταν κατά τη γενέθλιο ημέρα του τιμωμένου Αγίου (δηλ. μια φορά το χρόνο), ενώ στους αστικούς ι. ναούς-μαρτύρια γινόταν τακτικά (Κυριακές, Εορτές). Η συνήθεια αυτή επικράτησε καθ' άλλους τους αιώνες, μέχρι και σήμερα: Για τα εκτός πόλεων Μαρτύρια έχομε μαρτυρίες από πολλούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς και Πατέρες της Εκκλησίας. Πρβλ. Ε.Π.Ε., τόμος 6ος, σελ. 189, όπου ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται "εν τοις προ της πόλεως μαρτυρίοις".

α. Μαρτύρια-Ναοί των πόλεων: Από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα σημειώνεται μια πολύ σημαντική εξέλιξη, όσον αφορά τον τόπο και τρόπο τιμής των Μαρτύρων στα αστικά κέντρα. Οι Χριστιανοί, θέλοντας να τιμήσουν ακόμη περισσότερο τους Μάρτυρές τους, επιθυμούσαν να ενταφιάζουν τους νέους Μάρτυρες (αλλά και Αγίους-Οσίους) όχι πλέον στην ύπαιθρο, αλλά στις πόλεις, για να τους έχουν δηλαδή πιο κοντά, να τους αγιάζουν με την ιερή "σιωπή" της συντροφιάς τους. Προς τιμή των Μαρτύρων ιδρύονται πλέον νέοι περικαλλείς ιεροί Ναοί μέσα στις πόλεις.

Εντός των ναών αυτών όχι μόνο θάπτονται οι νέοι Μάρτυρες-Άγιοι, αλλά και επιδιώκετο η μεταφορά (μετακομιδή) τιμίων μαρτυρικών λειψάνων ή σαρκοφάγων από προηγούμενα Μαρτύρια. Κατάλληλος τόπος ταφής Μαρτύρων ή μετακομιδής ολοσώμων ιερών λειψάνων θεωρήθηκε: α) το ιερό Βήμα των νέων Ναών, και μάλιστα η τοποθέτηση ιερών λειψάνων πλησίον της Αγίας Τραπέζης, ή και κάτω από αυτή, εντός κρύπτης, β) ένα μέρος του κυρίως ναού, συνήθως περίοπτο και κατάλληλο για την προσπέλαση των προσκυνητών, γ) ένα από τα προσκτίσματα των ι.Ναών ή σπανιότερα στον αυλόγυρο των Εκκλησιών (προς Ανατολάς ή προς Δυσμάς). Oι προς τιμή των Μαρτύρων νέοι ι.Ναοί ήταν οι προστάτες (= πολιούχοι) των πόλεων, εθεωρούντο δε ως ασφαλέστεροι από κάθε πύργο ή περιτείχισμα (τείχος), επειδή περιείχαν τα τίμια λείψανα των Μαρτύρων τους, των ηρώων της Χριστ.Πίστεως, τα "Κλέα" των Αγίων ανδρών και γυναικών. Έτσι, σιγά-σιγά εγκαταλείπεται η συνήθεια ταφής Μαρτύρων στην ύπαιθρο, αφού επικρατεί πλέον η αντίληψη ιδρύσεως λαμπρών "Καθεδρικών" Ναών εντός των πόλεων, όπου συνήθως εδρεύουν Επίσκοποι και πολλοί κληρικοί, οι οποίοι τελούν τακτικά τη Θ. Λειτουργία, μεταδίδοντας τη Θ. Κοινωνία στους πιστούς. Με την πάροδο των αιώνων "εγκαταλείπονται κάπως" τα ταπεινά και λιτά Μαρτύρια-Ναοί της υπαίθρου, εφ' όσον το επίκεντρο των λατρευτικών συνάξεων μεταφέρεται προοδευτικά στους αστικούς Ναούς, προς τιμή των λαοφιλών Αγίων-Μαρτύρων.

β. Μετακομιδή και τεμαχισμός λειψάνων:

α) Σπουδαία καινοτομία της εποχής, από τα τέλη του 4ου αιώνα και εξής, ήταν η μετακομιδή ιερών λειψάνων -και μάλιστα ο τεμαχισμός τους- για τον καθαγιασμό (εγκαίνια) των ι.Ναών των πόλεων, oι οποίοι δύνανται να θεωρηθούν ως "αστικά Μαρτύρια". Αξιοσημείωτο είναι ότι τα μεταφερόμενα τίμια λείψανα των αρχαιοτέρων Μαρτύρων τοποθετούνται συνήθως στο ι.Βήμα των νέων Εκκλησιών, κάτω από την Αγία Τράπεζα ή κοντά σ'αυτήν (κυρίως στους Ναούς της Δύσεως) για να ευρίσκονται πλησίον του τόπου τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Ασφαλώς η καινοτομία αυτή είχε σημαντικότατες συνέπειες όχι μόνο στην μετέπειτα μορφή και διακόσμηση των ι.ναών, αλλά και στην καθόλου λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, εφ' όσov: α) Μεταφέρεται πλέον η τιμή και ο εορτασμός των Μαρτύρων από την ύπαιθρο στα μεγάλα αστικά κέντρα (πόλεις ή χωριά). Oι πιστοί τιμούν και "συντροφεύουν" καθημερινά, και όταν θέλουν, τους Μάρτυρές τους και όχι μόνο κατά τη γενέθλιο ημέρα τους, όπως γινόταν παλαιότερα. Έτσι, η τιμή και η αγάπη προς τους Μάρτυρες-Αγίους συνυφαίνεται στενότατα με την καθημερινή ζωή της Εκκλησίας, της οποίας η λατρεία καθίσταται περισσότερο "Μαρτυροκεντρική-Χριστοκεντρική".

β) Στους ι. Ναούς των πόλεων και των μεγαλυτέρων συνοικισμών (χωριών) που είναι πλέον κανονικοί, δηλαδή καθαγιασμένοι με τίμια λείψανα Μαρτύρων, η Θεία Ευχαριστία -ως επίκεντρο της Θείας Λειτουργίας- δεν τελείται πλέον μόνο μια φορά το χρόνο, όπως στα εκτός πόλεως Μαρτύρια, αλλά τακτικά, όπως και στους άλλους ι.Ναούς των αστικών κέντρων, όπου ευκολότερα συναθροίζονται oι πιστοί. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την ταύτιση του Θυσιαστηρίου-Αγ. Τραπέζης του Χριστιανικού Ναού με τον Τάφο του "Αρχιμάρτυρος" Χριστού και των Μαρτύρων της Χριστιανικής Πίστεως. Όπως όμως και αλλού υπογραμμίζουμε, η ταύτιση αυτή είχε συντελεσθεί αρχικά στους τάφους των Μαρτύρων, όπου γίνονταν oι ενθουσιώδεις συνάξεις των πιστών, με κύριο σκοπό την συμμετοχή τους στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

γ) Προοδευτικά, αλλά σταθερά, δεν υπάρχει πλέον διάκριση ανάμεσα στα Μαρτύρια και στους κανονικούς ι.Ναούς. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, ολόκληρος ο Χριστιανικός Ναός, με επίκεντρο το θυσιαστήριο και το ι.Βήμα, καθίσταται πλέον Μαρτύριο προς τιμή του Μάρτυρα-Αγίου-Οσίου, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο Ναός.

γ. Επιδράσεις Μαρτυρίων στη διαμόρφωση-προέλευση των Χριστ. Ναών: Θεωρίες-Απόψεις. Το μεγάλο θέμα της επιδράσεως των Μαρτυρίων στην καθόλου διαμόρφωση η προέλευση του Χριστιανικού Ναού απασχόλησε, ως γνωστό, μεγάλους και αξιόλογους ερευνητές της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης. Εντελώς ενδεικτικά -αλλά με την πρέπουσα τιμή- σημειώνουμε την άποψη του αειμνήστου Α. Grabar, ο οποίος υποστήριξε σθεναρά ότι: υπάρχει στενότατη σχέση και μεγάλη επίδραση ανάμεσα στους διαφόρους τύπους των Μαρτυρίων και στην αρχιτεκτονική του Χριστιανικού Ναού, κυρίως όταν η τιμή των Μαρτύρων μεταφέρθηκε από την ύπαιθρο στην πόλη (4ος αι. κ.εξ.). Πρβλ. κυρίως το δίτομο έργο του Α. Grabar, με τίτλο «Martyrium», Paris 1943-1946, αλλά και άλλα έργα του (βλέπε βιβλιογραφία).

Για την προέλευση όμως των διαφόρων τύπων του χριστιανικού Ναού, και ιδιαίτερα της ελληνιστικής Βασιλικής, εκφράστηκαν κατά καιρούς και άλλες απόψεις ή θεωρίες από σημαντικούς ερευνητές της Χριστιανικής Τέχνης. Χωρίς να παραβλέπομε τις θέσεις αυτές -αντίθετα δε τις σεβόμαστε και τις συνεκτιμούμε- εξακολουθούμε να πιστεύομε ότι: oι ποικίλοι τύποι των Μαρτυρίων διεδραμάτισαν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση και επικράτηση των Χριστιανικών Ναών. Η παλαιοχριστιανική Βασιλική, κατά κύριο λόγο, εξελίχθηκε και επηρεάστηκε αφάνταστα από τα Μαρτύρια και τα νεκρικά παρεκκλήσια των τεσσάρων πρώτων αιώνων, όπως και σε άλλη ευκαιρία υποστηρίζομε ταπεινά. Ασφαλώς τα Μαρτύρια (κυκλικά, σταυρικά, τρίκογχα και επιμήκη) θα αποτέλεσαν τα βασικά πρότυπα για την τελική διαμόρφωση όχι μόνο των Βασιλικών, αλλά και την κυκλοτερών ή περίκεντρων Ναών των μεγάλων αστικών κέντρων. Βλέπε π.χ. το τρίτομο έργο μας, με τίτλο "Χριστιανική Αρχαιολογία και Επιγραφική", Αθήνα 1993 (τρίτη έκδοση). Βλέπε επίσης Ν. Duval, Les édifices de culte des origines à l' époque Constantinienne, ACΙAC, ΙΧ, Roma 1975, τόμ. Ι, σελ. 513 κ.ε., όπου υπάρχουν συγκεντρωμένες oι παλαιότερες απόψεις για την προέλευση της Βασιλικής.