Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ο Θάνατος του Θεού και του Πλησίον Written by Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου APO ΖΩΗΦΟΡΟΣ


Ο καλός σαμαρείτηςΟ καλός σαμαρείτης από τον Ιερό Ναό Σωτήρος Καλύμνου

Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου ε.έ. πραγματοποιήθηκε σε κεντρικό Ξενοδοχείο των Αθηνών η καθιερωμένη, από την αρχή σχεδόν της αρχιερατείας του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Ναυπακτιακή Βασιλόπιττα, ήτοι η κοπή της πρωτοχρονιάτικης Βασιλόπιττας για τους Ναυπακτίους των Αθηνών.

Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας, με Πρόεδρο τον κ. Ιωάννη Τσιώτα, και η Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών, με Πρόεδρο τον κ. Χαράλαμπο Χαραλαμπόπουλο.

Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιελάμβανε την κοπή της βασιλόπιττας, χαιρετισμούς επισήμων, εισήγηση και βράβευση Ναυπακτίων συγγραφέων και των Συλλόγων που εκδίδουν αφιλοκερδώς τα έργα τους.

Παρόντες ήσαν ο Δήμαρχος Ναυπακτίας και η Αντιδήμαρχος επί των πολιτιστικών, πρόεδροι και μέλη των Συλλόγων και πολλοί Ναυπάκτιοι των Αθηνών που γέμισαν την Αίθουσα του Ξενοδοχείου. Απουσίαζαν οι Βουλευτές του Νομού, δικαιολογημένα βεβαίως, αφού την ίδια ώρα συνεδρίαζε η Βουλή για να ψηφίση το νέο μνημόνιο.

Ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος ανέπτυξε το επίκαιρο θέμα «Ο θάνατος του Θεού και του πλησίον». Την εισήγησή του δημοσιεύουμε κατωτέρω.

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας (ΟΣΥΝ) και την Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών (ΕΝΑΜ) για την πρόσκλησή τους να παραστώ στην κοπή της Ναυπακτιακής Βασιλόπιττας του έτους 2012 και να ομιλήσω σε αυτήν την σημαντική εκδήλωση που συναντώνται όλα τα βασικά στελέχη που συνδέονται με την πολιτιστική και κοινωνική ζωή της Ναυπακτίας.

Θεωρώ δε σημαντικό ότι στην σημερινή εκδήλωση θα τιμηθή ουσιαστικά ο εθελοντισμός, οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι που ασχολούνται εθελοντικά με τον άνθρωπο, πράγμα το οποίο είναι απαραίτητο στις σύγχρονες περιστάσεις, στις οποίες καταρρέουν ιδεολογίες και θεσμοί.

Λόγω αυτού του γεγονότος θέλησα στην σημερινή συνάντηση να ασχοληθώ με ένα θέμα πού, κατά την γνώμη μου, είναι επίκαιρο και έχει τον τίτλο «ο θάνατος του Θεού και του πλησίον».

1. Ο Θεός και ο πλησίον

Κάθε κοινωνία στηρίζεται σε μερικές αρχές, γιατί διαφορετικά δεν θα υπάρχη ισορροπία και κοινωνική συνοχή. Μιά βασική αρχή που επικρατούσε πάντοτε στην παράδοσή μας ήταν ότι η κοινωνία για να ισορροπή πρέπει να στηρίζεται σε δύο βασικά θεμέλια που είναι ο Θεός και ο άνθρωπος.

Πρόκειται για την εντολή που υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη και την επανέλαβε ο Χριστός: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου... αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39). Πρόκειται για την κατακόρυφη και την οριζόντια διάσταση κάθε ανθρώπου και της κοινωνίας.

Η κατακόρυφη διάσταση είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Από την αρχαία Ελλάδα ο Θεός ήταν η βάση της κοινωνίας και του πολιτισμού. Είναι γνωστή η φράση: «από Θεού άρχεσθαι». Πράγματι δεν υπήρχε καμμία εκδήλωση που δεν συνδεόταν με την επίκληση των θεών.

Ακόμη και οι Ολυμπιακοί Αγώνες άρχιζαν με την θυσία στους θεούς. Παράλληλη έκφραση είναι το «αφ' Εστίας άρχου». Η Εστία ήταν μυθολογική θεότητα, η οποία ζήτησε να λάβη το προνόμιο από τον Δία να αποδίδωνται σε αυτήν οι απαρχές των θυσιών.

Επίσης, σε ένα από τα διασωθέντα αποσπάσματα «ελεγείων» του καταγομένου από την Χίο έλληνος ποιητού Ίωνος (5ος αι. π.Χ.) συναντάμε τον στίχο: «εκ Διός αρχόμενοι πίνωμεν».

Επίσης, ο Ξενοφών έχει γράψει την άποψη του Σωκράτη, σύμφωνα με την οποία «πειράσθαι σύν τοίς θεοίς άρχεσθαι παντός έργου». Δηλαδή, θα πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε την αρχή κάθε έργου με την βοήθεια του Θεού.

Η οριζόντια διάσταση είναι η σχέση του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του, αυτό που ονομάζουμε πλησίον. Στην Παλαιά Διαθήκη πλησίον λεγόταν αυτός που είναι κοντά στον άνθρωπο, δηλαδή το πρόσωπο που βλέπουμε, που αισθανόμαστε που μπορούμε να αγγίξουμε.

Η λέξη πλησίον δηλώνει αυτόν που πλησιάζουμε ή μας πλησιάζει, οπότε το ρήμα συνδέεται και με το ουσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον.

Για τον Εβραίο πλησίον ήταν ο ομοεθνής του, ο οποίος πίστευε στον ίδιο Θεό. Για τον Χριστιανισμό τα πράγματα έχουν αλλάξει, διότι πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος που ζή στο πιο απομονωμένο μέρος της γής, ανεξάρτητα από θρησκεία, εθνικότητα, φύλο, επάγγελμα κλπ.

Θα πρέπει να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό την παραβολή του Καλού Σαμα­ρείτη. Κάποιος πλησίασε τον Χριστό ζητώντας να μάθη τί πρέπει να κάνη για να σωθή. Στην απάντηση του Χριστού ότι πρέπει να αγαπήση τον Θεό και τον πλησίον εκείνος ερώτησε: «καί τις εστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι', 29).

Δηλαδή, ζητούσε να μάθη ποιός είναι ο πλησίον στον οποίο πρέπει να δείξη αγάπη. Απαντώντας ο Χριστός σε αυτήν την ερώτηση είπε την περίφημη παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, σύμφωνα με την οποία πέρασε ο Ιερεύς και ο Λευίτης δίπλα από τον τραυμα­τισμένο άνθρωπο, χωρίς να δείξουν αγάπη, πράγμα το οποίο έκανε ο Σαμαρείτης που δεν ήταν Ιουδαίος.

Έτσι, εκείνη την στιγμή «πλησίον» για τον τραυματισμένο άνθρωπο δεν ήταν ο ομοεθνής του και ομόθρησκός του, αλλά ο αλλόθρησκος, ο οποίος έδειξε ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα (Λουκ. ι', 30-37).

Άν προσέξουμε ιδιαιτέρως θα δούμε την αλλαγή την οποία έκανε ο Χριστός ως προς την έννοια του πλησίον. Η πρώτη αλλαγή είναι ότι επεξέτεινε την έννοια αυτή, οπότε πλησίον δεν είναι αυτός που λατρεύει τον ίδιο Θεό, ο ομόθρησκος και ο ομοεθνής, όπως ερμηνευόταν στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά ο κάθε άνθρωπος, έστω και αν είναι αλλοεθνής.

Η δεύτερη ουσιαστική και κυρία αλλαγή είναι ότι άλλαξε ουσιαστικά το ερώτημα. Το ερώτημα ήταν, όπως προαναφέρθηκε, «τίς εστί μου πλησίον», «ποιός είναι για μένα ο πλησίον;».

Ο Χριστός δεν απάντησε στο ποιός είναι ο πλησίον του, αλλά ότι αυτός πρέπει να γίνη πλησίον σε κάθε άλλον: «τις ουν τούτων των τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους λῃστάς; ο δε είπεν· ο ποιήσας το έλεος μετ᾿ αυτού. είπεν ουν αυτώ ο Ιησους· πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ. ι΄, 36-37)

Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι δείχνει ότι δεν πρέπει να αρκούμαστε στο ποιός είναι ο πλησίον μας, γιατί αυτό κρύβει μια εγωϊστική νοοτροπία, αλλά στο ότι εμείς πρέπει να κινηθούμε προς τον άλλο και να γίνουμε εμείς πλησίον του άλλου και να τον βοηθήσουμε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

Επομένως, ο Θεός και ο πλησίον είναι η βάση κάθε κοινωνικής ζωής, και η κατακόρυφη και οριζόντια διάσταση δείχνει την ωριμότητα κάθε ανθρώπου.

2. Η σύγχρονη κοινωνία

Ενώ αυτή η βάση συνιστούσε την διαχρονική παράδοση του Γένους μας και γενικότερα της ανθρώπινης κοινωνίας, σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα και γι' αυτό και η κοινωνία μας είναι ανισόρροπη και δημιουργούνται τεράστια προβλήματα.

Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στην κοινωνία να επικρατή ο θάνατος και του Θεού και του πλησίον, οπότε καταργούνται ή διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ της οριζόντιας και κατακόρυφης σχέσεως του ανθρώπου προς τον Θεό και την κοινωνία.

Παρατηρούμε στην εποχή μας ότι επικρατεί ο θάνατος του Θεού, η λεγομένη θεολογία του θανάτου του Θεού.

Ο 19ος αιώνας, ήταν ο αιώνας του θανάτου του Θεού, διότι ο Νίτσε είχε διακηρύξει ότι ο Θεός είναι νεκρός.

Είχε προηγηθή βέβαια ο 18ος αι. του διαφωτισμού, κατά τον οποίο γκρεμίστηκε το κοσμοείδωλο της μεταφυσικής. Βέβαια, πολλοί διαφωτιστές δεν ήταν άθεοι, αλλά δυϊστές, πίστευαν δηλαδή σε έναν θεό, σε μια δύναμη αόρατη που κυβερνά τον κόσμο, αλλά δεν πίστευαν στον προσωπικό Θεό.

Φαίνεται ότι η μεταφυσική, ο σχολαστικισμός και ο ηθικισμός, που συνδέονται και με τον εθνικισμό που κατέληξαν σε διαμάχες και θρησκευτικούς πολέμους, οδήγησαν στο σημείο να γίνεται λόγος για τον θάνατο του Θεού.

Για τον δυτικό άνθρωπο δεν χρειαζόταν ένας θεός που ήταν εκδικητικός, άσπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., όπως εκφραζόταν στην Δύση, γι' αυτό και τον αρνήθηκαν, αφού δεν τους χρειαζόταν. Έτσι, δεν πέθανε ο Θεός, αλλά στην πραγματικότητα πέθανε ο άνθρωπος για τον Θεό.

Αυτό το γεγονός επηρέασε πάρα πολύ την Δυτική Ευρώπη. Τον τελευταίο καιρό συζήτησα με διαφόρους Ευρωπαίους για τα θέματα αυτά και διεπίστωσα ότι στην Ευρώπη υπάρχει ένα μεγάλο κύμα αθεΐας, απιστίας και γενικά αδιαφορίας για το εάν υπάρχη ή δεν υπάρχει Θεός.

Άλλωστε, η ευρωπαϊκή ενότητα στηρίζεται πάνω στην οικονομία, όπως το ορίζουν και διάφοροι όροι που επικρατούν, ήτοι «Οικονομική Ένωση της Ευρώπης», «Νομισματική Ένωση της Ευρώπης», «Ευρωζώνη ή Ζώνη του ευρώ» κλπ.

Πρόκειται για μια Ευρώπη που δεν στηρίζεται στον πολιτισμό, ο οποίος σαφώς έχει και το στοιχείο το θρησκευτικό, αλλά μόνον στο χρήμα, γι' αυτό και καταρρέει το οικοδόμημα αυτό.

Σήμερα στην Ευρώπη παρατηρείται αδιαφορία για θρησκευτικά ζητήματα. Και όπως μου έλεγε κάποιος γάλλος ορθόδοξος κληρικός η Ευρώπη είναι πεθαμένη ως προς τον Θεό.

Αυτό φαίνεται από την κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικών βιβλίων. Τα χριστιανικά βιβλία που εκδίδονται από Προτεστάντες, Αγγλικανούς κλπ. αναφέρονται σε ένα χριστιανικό ή και θρησκευτικό συγκρητισμό, δηλαδή κάνουν λόγο για τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν σε όλες τις θρησκείες, για την ενότητα της χριστιανικής σκέψης, χωρίς να στηρίζονται στην πίστη και στις διάφορες ομολογίες. Ακόμη και τα ορθόδοξα βιβλία εκδίδονται στην Αμερική και μικρό ποσοστό αυτών έρχονται στην Ευρώπη.

Στο θέμα αυτό μπορώ να καταθέσω και μια προσωπική μαρτυρία.

Τα βιβλία μου τα οποία μεταφράσθηκαν στα αγγλικά κυκλοφορούν κυρίως στην Αμερική και ελάχιστος αριθμός κυκλοφορεί στην Ευρώπη. Είναι και αυτό μια ένδειξη ότι ο Ευρωπαίος άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για τον Θεό και ό,τι έχει σχέση με την επικοινωνία μαζί Του.

Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος από την Σερβική Εκκλησία με προφητική ενάργεια είχε αναγγείλει από τις αρχές του 20ου αιώνος ότι ο κρυφός πόθος πολλών από τα δημιουργήματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι «η απελευθέρωσις του ανθρώπου από τον Θεόν».

Ερωτά: Η Ευρώπη αφού υιοθέτησε την αρχή του Νίτσε ότι ο Θεός «απέθανε», τότε τί έμεινε στην Ευρώπη από την έξοδο του Θεού από το σώμα της; Απαντά ο ίδιος: Έμεινε ένα «πτώμα», όπως πτώμα γίνεται το σώμα του ανθρώπου, όταν φεύγη η ψυχή.

Ο Ντοστογιέφσκι είπε κάποτε: «Θέλω να πάω εις την Ευρώπην και γνωρίζω ότι μεταβαίνω εις νεκροταφείον».

Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφονται στο βιβλίο του Lugi Zoja «ο θάνατος του πλησίον» για θέματα που απασχολούν την σύγχρονη κοινωνία.

Εάν ο 19ος αιώνας ήταν ο αιώνας του θανάτου του Θεού, ο 20ός και 21ος αι. είναι ο αιώνας του θανάτου του πλησίον, αφού ο άνθρωπος απομα­κρύν­θηκε από τον συνάνθρωπό του, ζή σε ένα φίλαυτο εγωκεντρικό περιβάλλον, ο ατο­μισμός είναι κυρίαρχο στοιχείο στην ζωή μας, πράγμα το οποίο δείχνει την αδια­φορία την οποία έχει ο άνθρωπος προς τον συνάνθρωπό του.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, το ότι κατά τον 19ο και 20ό αι. κυριαρχεί η ψυχανάλυση, αφού «η απομόνωση κερδίζει έδαφος», «τά πλέον ευαίσθητα άτομα σπαράσσονται από μια αγωνία στην οποία δίδεται το όνομα νεύρωση. Μέσω της ψυχανάλυσης θα αναδομήσουν την ανθρώπινη σχέση, όχι με κάποιον πλησίον, αλλά με έναν επαγγελματία.

Η ανάγκη τους για εγγύτητα είναι τόσο βίαιη που δημιουργεί ένα πλεόνασμα οικειότητος με εκείνον: αυτό καλείται μεταβίβαση και με την σειρά της θεωρείται νευρωτική.

Ο Φρόιντ υποδεικνύει τεχνικές για να την συγκρατήση και να την εμπεριέξει. Θέτει τον ασθενή στο ντιβάνι για να απομακρύνει το βλέμμα του».

Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν και οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να έχουν κάποιον δίπλα τους.

Σήμερα, όμως, οι άνθρω­ποι, κυρίως στις μεγαλουπόλεις, δεν αισθάνονται δίπλα τους άλλους ανθρώπους, ζουν μόνοι τους, αισθάνονται μια μοναξιά, αισθάνονται τον πλησίον τους ως απειλή της ύπαρξής τους. Μπορεί κανείς να συναντά κάθε μέρα χιλιάδες ανθρώ­πους στον δρόμο, στην εργασία, αλλά είναι άγνωστα πρόσωπα σ' αυτούς.

Έχει παρατηρηθή ότι στην αρχαιότητα μόνο η Ρώμη ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο κατοίκων και το 1820 μόνον τον Λονδίνο.

Στα 1900 οι πόλεις που κατοικούνταν περισσότερο από ένα εκατομ. κατοίκους ήταν ένδεκα, το 2000 ήταν σχεδόν 400 και το 2015 θα είναι 550.

Αυτό δείχνει ένα μεγάλο πρόβλημα, ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα σε μεγαλουπόλεις. Στην πολυκοσμία με τους μετανάστες και τους ξένους ο άνθρωπος αισθάνεται εντελώς μόνος.

Όταν ο άνθρωπος επιστρέφει στο σπίτι του μετά την καθημερινή εργασία, είναι «αποπροσανατολισμένος από την συνάντηση με άπειρα νέα πρόσωπα πού, αντίθετα προς ό,τι αναζητά η παρόρμηση, δεν του προσφέρουν γνώση, διότι λείπει είτε ο χρόνος, είτε η δυνατότητα γνώσεως».

Αλλά και «όταν ανοίγει την τηλεόραση, μπορεί να συναντήσει σε ελάχιστες στιγμές, χιλιάδες άλλα άτομα, αλλά συνάμα και ελάχιστα υπαρκτά». Έτσι, έχει χαθή η έννοια του ζωντανού πλησίον.

Επίσης παρατηρούμε ότι κατά ένα μεγάλο μέρος οι διπλανοί του ανθρώπου έχουν αντικατασταθή από τις μηχανές.

Ο Τζώρτζ Όργουελ το 1949 έκανε λόγο για τον μεγάλο αδελφό. Πρόκειται για την παντοδύναμη εξουσία, η οποία εισχωρούσε στα σπίτια.

Ο Ρέι Μπράντμπερι το 1953 περιέγραψε μια κοινωνία, στην οποία τα βιβλία ήταν απαγορευμένα και οι άνθρωποι ζούσαν περικυκλωμένοι από οθόνες τις οποίες ονόμαζε «η οικογένειά μου». «Σε αμφότερα τα διηγήματα, ο πολίτης δεν έβλεπε ότι η εξουσία εξαφάνιζε τους γείτονες: γείτονας ήταν πλέον μόνο η οθόνη».

Επομένως, «στο προτεχνολογικό κόσμο, η γειτνίαση των ανθρώπων ήταν ουσιαστική, τώρα δεσπόζει η απόσταση, η έμμεση σχέση και η σχέση δια των μέσων ενημέρωσης.

Η εντολή (αγάπα τον πλησίον σου) κενώνεται. Και τούτο διότι δεν έχουμε πλέον κανένα να αγαπήσουμε». Χάθηκε η επικοινωνία του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του και στην καλύτερη περίπτωση γίνεται έμμεση, οπότε επανεμφανίζεται με διαστρεβλωμένη μορφή, όπως φαίνεται σε πολλές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.

Οπότε, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει και την αίσθηση του Θεού και την αίσθηση του πλησίον, ο Θεός πέθανε γι' αυτόν, ο ουρανός κενώθηκε από τον Θεό, αλλά πέθανε και ο πλησίον γι' αυτόν, δηλαδή κενώθηκε και η γή, και το κυριότερο και ο ίδιος έπαυσε να είναι πλησίον του Θεού και του ανθρώπου.

Στην πραγματικότητα ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ορφανός και από Θεό και από άνθρωπο.

«Είτε από την κατακόρυφη οπτική, –πέθανε ο Ουράνιος Πατήρ του–, είτε από την οριζόντια –πέθανε εκείνος που στεκόταν στο πλάι του. Συνεπώς, όπου και να ρίξει το βλέμμα, νιώθει ορφανός».

Έτσι, μετά τον θάνατο του Θεού του Νίτσε, ακολούθησε ο θάνατος του πλησίον με την μετα-τεχνολογική και μετα-θρησκευτική εποχή και μετά τον θάνατο του πλησίον ακολουθεί και η μετα-ανθρώπινη εποχή.

Μέσα σε αυτά τα στοιχεία βλέπω την κρίση της σημερινής εποχής. Δεν πρόκειται για κρίση απλώς οικονομική, αλλά για κρίση κοινωνική, ανθρωπιστική, πολιτιστική και θεολογική.

Η ορφάνεια μαστίζει τους ανθρώπους, ορφάνεια από Θεό και πλησίον. Και όταν ο άνθρωπος θέλη να στηριχθή πάνω σε οικονομικά μεγέθη, και τότε αισθάνεται την μοναξιά, αφού δεν ικανοποιούνται οι υπαρξιακές του αναζητήσεις.

Σε αυτήν την δύσκολη εποχή έχουμε ανάγκη από τον Θεό, αλλά και από τον πλησίον. Το Θεό πρέπει να τον αισθανθούμε μέσα στην καρδιά μας ως αγάπη και μέσα στην Εκκλησία ως Πατέρα, και τον συνάνθρώπό μας πρέπει να τον αισθανθούμε ως αδελφό μας.

Εμείς πρέπει να πορευόμαστε προς τον Θεό, καθώς επίσης να κινούμαστε και προς τον συνάνθρωπο, να γινόμαστε πλησίον του κάθε ανθρώπου που υποφέρει και πονά.

Επομένως, υπάρχει μεγάλη ανάγκη της ανιδιοτελούς αγάπης και προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο. Γι' αυτό και πρέπει να τιμούμε κάθε εθελούσια προσφορά και κάθε κενωτική-θυσιαστική αγάπη.

Με αυτήν την έννοια ως ποιμενάρχης της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου συγχαίρω την ΟΣΥΝ και την ΕΝΑΜ, γιατί αποφάσισαν να τιμήσουν τους Πολιτιστικούς Συλλόγους και τους συγγραφείς που προσφέρουν τον χρόνο και τα χαρίσματά τους για να υπηρετήσουν τους αδελφούς, καθώς επίσης συγχαίρω και τους τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οι οποίοι αποτελούν τα υγιή στοιχεία της κοινωνίας μας.

Χαίρομαι για τα πνευματικά μου παιδιά που δραστηριοποιούνται στον χώρο της κοινωνίας και εύχομαι τούτη την χρονιά να βάλουμε ως θεμέλιο της ζωής μας τον βασικό αυτό κανόνα: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου... αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39).–

Πηγή: http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10980:-q------q&catid=13

 

Ο Σφυγμός του Αγίου Όρους Written by Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου ΑΠΟ ΖΩΗΦΟΡΟΣ

 

Ο σφυγμός του Αγίου ΌρουςΟ σφυγμός του Αγίου Όρους

Δημοσιεύεται κατωτέρω η εισήγηση τού Σεβασμιωτάτου στήν παρουσίαση τού πολύτομου έργου τού Γέροντος Μωϋσή τού Αγιορείτου μέ τίτλο «Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών τού εικοστού αιώνος», στήν αίθουσα τού Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», 7-2-2012.

Εκτός από τόν Σεβασμιώτατο, τό έργο παρουσίασαν ο Ηγούμενος τής Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου Αγίου Όρους π. Μεθόδιος, ο Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο Ιερομόναχος π. Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, καί ο Πρωτοσύγκελλος τής Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης π. Ιουστίνος Μπαρδάκας.

Τήν εκδήλωση τίμησε μέ τήν παρουσία του καί απηύθυνε χαιρετισμό ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος. 

 

Έχω γράψει πολλές φορές σέ βιβλία καί έχω μιλήσει σέ διάφορα ακροατήρια γιά τό Άγιον Όρος καί τήν ζωή του, από τήν ανατολή έως τήν δύση. Σέ μιά ομιλία μου καί συζήτηση πού έγινε σέ Ορθοδόξους φοιτητές καί επιστήμονες στήν Δαμασκό τής Συρίας καί κράτησε περίπου μιά ολόκληρη μέρα (9 ώρες) στό τέλος κάποιος αραβόφωνος Ορθόδοξος είπε μέ δυνατή φωνή: «Μάς μέθυσες από τό κρασί τού Αγίου Όρους». Πράγματι, τό Άγιον Όρος διαθέτει ένα δυνατό κρασί, άκρατον οίνον, ανέδειξε μοναχούς πού ήταν μεθυσμένοι από τήν νηφάλια μέθη καί γι’ αυτό ως μεθυσμένος μπορεί κανείς νά γράψη, νά μιλήση καί νά ακούση γιά τό Άγιον Όρος.

Σέ ένα άλλο τριήμερο σεμινάριο στήν Τακόμα τού Σιάτλ τής Αμερικής άκουσαν γιά τρείς ημέρες περίπου 200-300 προσήλυτοι στήν Ορθοδοξία γιά τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά μέ ενδιαφέρον, προσευχή καί κατάνυξη, σέ συσχετισμό μέ τήν σύγχρονη ζωή τού Αγίου Όρους καί είπαν ότι οσφράνθηκαν τήν ατμόσφαιρα τού Αγίου Όρους. Παντού ο λόγος περί τού Αγίου Όρους προκαλεί ενδιαφέρον καί προσευχή.

Η συγγραφή τού τρίτομου έργου τού π. Μωϋσή μέ τίτλο «Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών τού εικοστού αιώνος» μού δίνει τήν ευκαιρία γιά μιά ακόμη φορά νά εκφράσω τήν αγάπη μου γιά τό Άγιον Όρος πού γνώρισα καί τήν σημασία του γιά τήν Ορθόδοξη Εκκλησία γενικότερα, αλλά καί τήν ανθρωπότητα, γιατί παρουσιάζει έναν τρόπο ζωής πού είναι δυσεύρετος. Γιά νά καταλάβη κανείς τό Άγιον Όρος χρειάζεται νά τό προσεγγίση μέ τά μάτια τής καρδιάς, μέ τόν έσω άνθρωπο, τήν ορμή τού πνεύματος, γιατί τό φώς του είναι τόσο δυνατό πού τυφλώνει τόν άρρωστο οφθαλμό καί η ακοή τόσο ισχυρή πού σπάζει τά τύμπανα, τά οποία είναι συνηθισμένα νά ακούνε συμβατικές φωνές.

1. Η προσωπική μου προσέγγιση τού Αγίου Όρους

Άκουγα γενικά γιά τό Άγιον Όρος από τήν μικρή μου παιδική ηλικία, αφού ο πατέρας μου πρίν παντρευτή είχε ισχυρά επιθυμία νά μονάση στό Άγιον Όρος καί έκτοτε ζούσε συνεχώς μέ τήν αναφορά του σέ αυτό. Διάβαζε βιβλία πού εξέφραζαν τό Άγιον Όρος καί τήν αγιορείτικη ζωή καί μάς μεγάλωσε μέ αγιασμένες διδασκαλίες καί ιστορίες ασκητών. Από μικρός γνώρισα έναν αγιορείτη Μοναχό πού μόναζε στά Ζαγοροχώρια, τόν π. Ιάκωβο Βολοδήμο, πού μού μίλησε πρώτη φορά γιά τήν ευχή.

Τήν δεκαετία τού ’60 γνώρισα προσωπικά τό Άγιον Όρος. Η προετοιμασία μου έγινε στό Πανεπιστήμιο μέ τήν εκμάθηση τής παλαιογραφίας, δηλαδή διδάχθηκα νά διαβάζω τούς κώδικες μέ τά βιβλικά καί πατερικά κείμενα. Μέ αυτό τό κίνητρο εξωτερικά, αλλά καί μέ τήν καρδιακή μου αναζήτηση πλησίασα τό Άγιον Όρος γιά νά μελετήσω μαζί μέ ομάδα συμφοιτητών μου καί Καθηγητών στίς Βιβλιοθήκες τών Μονών τού Αγίου Όρους, μόλις είχε γιορτασθή η χιλιετηρίδα του (1963), καί τότε υπήρχαν κοσμικοί άνθρωποι πού περιέγραφαν τίς γιορτές εκείνες ως τόν επιθανάτιο ρόγχο του. Όμως τό Άγιον Όρος δέν πεθαίνει εύκολα, γιατί διαθέτει άλλους ρυθμούς, καί τότε πού φαίνεται ότι τελειώνει στήν πραγματικότητα τελειούται, ανασταίνεται καί ζωογονείται.

Πλησίασα τό Άγιον Όρος ένα πρωϊνό –βαθύ όρθρο– τού Ιουνίου τού έτους 1966. Τά μάτια τού σώματος μου μαγεύονταν από τό καταπληκτικό τοπίο πού έβλεπαν καί τά μάτια τής καρδιάς μου προσπαθούσαν νά συλλάβουν αυτό πού δέν φαινόταν εξωτερικά, νά αισθανθούν τόν τόπο τού μυστηρίου εκστατικά. Ξεκίνησα από τίς βιβλιοθήκες τών Ιερών Μονών, σέ συνδυασμό μέ τίς αγιορείτικες ακολουθίες, πού μού φαίνονταν σάν μιά νεκροαναστάσιμη ζωή κουβέντιαζα μέ τούς μοναχούς καί καταλάβαινα ότι είχαν άλλο ήθος καί χρησιμοποιούσαν άλλη γλώσσα άκουγα τίς συνομιλίες τους, πού είχαν μιά ιδιαίτερη χάρη καί αναφέρονταν σέ άλλα ζητήματα έβλεπα έναν κόσμο πού ερχόταν από παλαιά καί εξέφραζε μιά άλλη παράδοση πολύ διαφορετική από τήν στοχαστική-ακαδημαϊκή νοοτροπία καί τήν ηθικίστικη γνώση πού συναντούσα έως τότε έβλεπα μιά νεκροαναστάσιμη πολιτεία. Σάν νά ξυπνούσα από έναν ύπνο καί έβλεπα άλλους ανθρώπους, πού έρχονταν από κάποιο άλλον πλανήτη, μέ άλλα χαρακτηριστικά, άλλη νοοτροπία, άλλη βιοτή.

Από τίς βιβλιοθήκες καί τούς κώδικες, πέρασα στήν ζωή τών κοινοβιακών καί ιδιορρύθμων Μονών –πού τώρα εξέλιπαν ανοίχτηκα στήν σκητιώτικη ζωή καί τήν έρημο περπάτησα ώρες ολόκληρες μέσα στά ήσυχα καί αγιασμένα μονοπάτια τού Αγίου Όρους, πού συνδέουν όλες τίς Ιερές Μονές πέρασα από απότομους, κρημνώδεις βράχους γνώρισα σοφούς καί απλούς μοναχούς, λογάδες καί σιωπηλούς, κατά Χριστόν σαλούς, ανυπόδητους καί μονοχίτωνες, αλλά καί σοφούς καί ευπαιδεύτους, πού στέκονταν θαυμάσια σέ κοσμικά ακροατήρια είδα μάτια έντονα καί διεισδυτικά, αγνά, ήρεμα, γλυκά, αλλά καί μερικά πονηρά πού αποτελούσαν τήν παραφωνία τού Όρους μοιράστηκα τό φαγητό καί τό ποτό τους, αλλά καί τόν γλυκύτατο λόγο τους άκουγα λόγους γιά τόν θάνατο καί τήν ζωή αγάπησα τήν νύκτα καί τόν όρθρο, τίς αγρυπνίες μέ τό παιχνιδιάρικο ψάλσιμο προσευχήθηκα στά μονοπάτια καί κάτω από τά δένδρα, στούς βράχους καί τίς σπηλιές ξαγρύπνησα σέ ολονύκτιες ακολουθίες, αλλά καί σέ μικρά εκκλησάκια, καί μάλιστα στίς απλωταριές, σέ καλοκαιρινές ολόφεγγες βραδιές.

Τό κυριότερο είναι ότι στίς επανειλημμένες επισκέψεις μου άκουσα τήν μυστική κραυγή τού Αγίου Όρους, τόν εσωτερικό κτύπο τής καρδιάς του, τόν ρυθμό τής εσωτερικής μυστικής ζωής του. Είδα τό Άγιον Όρος ως έναν ζωντανό άνθρωπο, πού έχει πνευμόνια μέ τά οποία αναπνέει τό οξυγόνο τής αιωνιότητας στόμα γιά νά κραυγάζη ακατάπαυστα καί νά βρυχάται από πείνα καί δίψα γιά Θεό καρδιά πού έχει τόν ρυθμό τής εσωτερικής νοεράς προσευχής, μέσα από τήν οποία βγαίνει μιά δυνατή φωνή μέ τήν επένδυση τής σιωπής σώμα πολυόμματο, σάν τά Χερουβείμ, πού βλέπουν μακρυά. Όλα αυτά άν καί φαίνωνται αντίθετα μεταξύ τους, εν τούτοις είναι αρμονισμένα.

Σέ όλες τίς μετέπειτα επισκέψεις μου, στίς δεκατίες τού '60, '70, '80, είχα κέντρο τήν Νέα Σκήτη, μιά ευλογημένη από κάθε πλευρά περιοχή, μένοντας στό καλύβι τού Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος (Ξένου), πού τόν είχα Διευθυντή στό οικοτροφείο τού Αγρινίου, κατά τά μαθητικά μου χρόνια, μιά ισχυρή φυσιογνωμία, πού εξέφραζε τήν αρρενωπότητα τών αγιορειτών Πατέρων, μέ τόν αυθόρμητο, διεισδυτικό, ελεγκτικό λόγο, αλλά καί τήν μητρική καρδιά, όταν χρειαζόταν. Από τήν Νέα Σκήτη, όπου ασκούνταν ευλογημένοι Πατέρες καί διατηρώ συγκινητικές αναμνήσεις στήν καρδιά μου, ως πολύτιμο θησαυρό, ξανοιγόμουν, ως σέ ορμητήριο πνεύματος, στήν έρημο τού Αγίου Όρους.

Στό Άγιον Όρος γνώρισα έναν άλλον κόσμο, μιά άλλη Ήπειρο, γύρισα στό παρελθόν καί αισθανόμουν τό μέλλον, είδα πώς περίπου ζούσε ο Αδάμ πρό τής πτώσεως, πώς θρηνούσε μετά τήν έξοδο από τόν Παράδεισο, πώς ζούσε μέσα στόν άδη καί πώς ζή τώρα στόν Παράδεισο. Γνώρισα πολλούς αγιορείτες πού ζούσαν όλες τίς φάσεις τής αδαμικής ζωής, δηλαδή τής προπτωτικής, τής μεταπτωτικής, καί τής εσχατολογικής. Τό Άγιον Όρος είναι σέ σμικρογραφία ολόκληρη η πνευματική αυτοβιογραφία τής ανθρωπότητας, μέ τίς πτώσεις καί τίς αναστάσεις, τήν κοινωνικότητα καί τήν αναρχία, τήν ηθική καί τήν ασκητική, τήν λογική καί τήν υπερλογική, τόν βίο καί τήν ζωή.


 

2. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γιά τό Άγιον Όρος

Από φοιτητής ασχολήθηκα ιδιαίτερα μέ τόν βίο καί τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί σέ αυτό οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη στόν μακαριστό Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου καί τούς τότε συνεργάτες του, γιατί μάς άνοιξαν τά μάτια σέ αυτή τήν διδασκαλία πού είναι η καρδιά τής ορθόδοξης θεολογίας, αλλά καί τού Αγίου Όρους, αλλά καί μάς συνέδεσαν μέ τό Αγιώνυμο Όρος.

Στίς περίφημες τριάδες του, τό γνωστότερο έργο του περί τών ιερώς ησυχαζόντων, υπάρχει καί μιά θαυμάσια αναφορά γιά τό Άγιον Όρος. Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στόν όσιο καί ομολογητή Νικηφόρο γράφει: «Βίον αιρείται καί ακριβέστερον, δηλαδή τόν μονήρη, τόπον δέ πρός κατοικίαν τόν τής αγιωσύνης επώνυμον, εν μεθορίω κόσμου καί τών υπερκοσμίων (Άθως ούτός εστιν, η τής αρετής εστία), ενδιαιτάσθαι προθυμηθείς». Από τό χωρίο αυτό καί τά όσα προηγούνται καί έπονται μπορούμε νά σχολιάσουμε δύο σημεία.

Τό πρώτον ότι ο Άθως είναι τό επώνυμο τής αγιωσύνης, δηλαδή τό Άγιον Όρος είναι ο αγιασμένος τόπος, αφού είναι τό μεθόριον μεταξύ τού κόσμου καί τών υπερκοσμίων, η εστία τής αρετής. Είναι επώνυμος τής αγιότητος, γιατί εκεί κατοικούν μοναχοί πού αγιάζονται. Άλλωστε, γνωρίζουμε από τήν ορθόδοξη θεολογία ότι η Χάρη τού Θεού από τήν ψυχή διαπορθμεύεται στό σώμα καί από εκεί σέ ολόκληρη τήν κτίση. Τά πάντα αγιάζονται από τήν Χάρη τού Θεού διά τού αγιασμένου ανθρώπου. Τό Άγιον Όρος είναι ένας τόπος μεταξύ τού κόσμου καί τών υπερκοσμίων, αφού σέ αυτό μένουν επίγειοι άγγελοι καί ουράνιοι άνθρωποι. Είναι μεταξύ τού κόσμου καί τού Παραδείσου, στήν πραγματικότητα είναι ο προθάλαμος, ο πρόναος τής θείας Λειτουργίας, πού τελείται στόν ουρανό, όπως τήν περιγράφει τό βιβλίο τής Αποκαλύψεως τού Ευαγγελιστού Ιωάννου. Είναι εστία τών αρετών, γιατί εκεί εξασκείται η πρακτική φιλοσοφία, η άσκηση μέ τήν νηστεία, τήν αγρυπνία καί τήν προσευχή, πού είναι η επίβαση τής θεωρίας.

Τό δεύτερον είναι ότι στό χωρίο αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί σέ όλη αυτήν τήν ενότητα καταγράφεται σαφέστατα η διαφορά τής θεολογίας καί τού τρόπου ζωής μεταξύ τού οσίου Νικηφόρου καί τού δυτικόφρονος Βαρλαάμ.

Ο Νικηφόρος ήλκε τό γένος «εξ Ιταλών», κατέρριψε τήν κακοδοξία τους καί προσεχώρησε στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία ορθοτομεί τόν λόγο τής αληθείας. Πήγε στό Άγιον Όρος, υποτάχθηκε στούς εγκρίτους τών Πατέρων, δείχνοντας γιά πολύ χρόνο τήν ταπείνωσή του, προσέλαβε από εκείνους τήν τέχνη τής ειρήνης, δηλαδή τήν πείρα τής ησυχίας, καί έγινε αρχηγός αυτών πού αγωνίζονται μέ τόν κόσμο τής διανοίας, δηλαδή τούς λογισμούς καί τίς φαντασίες, καί παλεύουν μέ τά πνευματικά τής πονηρίας, οπότε έγινε διδάσκαλος τών μοναχών στήν ησυχαστική παράδοση. Επειδή έβλεπε ότι πολλοί αρχάριοι δέν μπορούσαν νά συγκρατήσουν ούτε μετρίως τήν αστάθεια τού νού τους, ο όσιος Νικηφόρος πρότεινε τόν τρόπο μέ τόν οποίον ήταν δυνατόν νά συστείλουν μετρίως «τό πολυπόρευτον καί φαντασιώδες» τού νού. Σέ άλλο σημείο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφερόμενος στόν όσιο Νικηφόρο, γράφει ότι γιά πολύ καιρό πέρασε «εν ηρεμία καί ησυχία», έπειτα εισήλθε στά ερημικότερα μέρη τού Αγίου Όρους, καί αφού συγκέντρωσε διάφορα πατερικά χωρία «τήν νηπτικήν ημίν αυτών παρέδωκεν πράξιν».

Από τίς αναφορές αυτές τού αγίου Γρηγορίου Παλαμά φαίνεται η μέθοδος τής ευσεβείας καί τής ησυχαστικής ζωής. Προηγείται η υπακοή στούς πεπειραμένους Πατέρας, μέσα σέ ζωή υπακοής, ησυχίας καί ηρεμίας, καί ακολουθεί η παραλαβή τής τέχνης τής ειρήνης τών λογισμών. Μέ τήν ειδική αυτή τέχνη τής νοεράς ησυχίας οι μοναχοί συστέλλουν τόν νού από τίς φαντασίες καί τήν διάχυσή του στό περιβάλλον, καί μέ τόν τρόπο αυτόν νικούν τά πνεύματα τής πονηρίας καί λαμβάνουν τό στεφάνι τής νίκης.

Αντίθετα, ο φιλόσοφος Βαρλαάμ, ενώ ήλθε καί εκείνος από τήν Ιταλία, εν τούτοις κράτησε τήν «κακοδοξία». Καί «ο φιλόσοφος ούτος τήν εαυτού φαντασιώδη πολύνοιαν επαφήκεν, οίόν τι πύρ, τώ κωλύοντι καθάπερ ύλη χρησάμενον» εναντίον τού Νικηφόρου καί τής διδασκαλίας του. Δέν σεβάσθηκε τήν ομολογία του καί τήν εξορία του, δέν σεβάσθηκε εκείνους πού εκπαιδεύθηκαν από αυτόν στά θεία, διά τών οποίων ο Θεός στόλισε καί συνεκρότησε τήν Εκκλησία Του. Έτσι, ενώ ο όσιος Νικηφόρος ακολούθησε τήν ησυχαστική μέθοδο, ο φιλόσοφος Βαρλαάμ στηρίχθηκε στήν φιλοσοφία καί τόν φαντασιώδη νού ενώ ο Νικηφόρος υποτάχθηκε στούς Πατέρας, παραλαμβάνει τήν τέχνη τής ησυχίας καί γεννά λαμπρούς μαθητάς, ο Βαρλαάμ προσβάλλει καί ατιμάζει τά συγγράμματα τών αγίων καί τήν μέθοδο μέ τήν οποία ο άνθρωπος αποκτά τήν γνώση τού Θεού. Δύο κόσμοι διάφοροι μεταξύ τους, ο ένας κόσμος είναι τής ορθόδοξης ζωής, ο άλλος κόσμος είναι τής ζωής τής στοχαστικής καί σχολαστικής.

Ο π. Μωϋσής στό τρίτομο έργο του περιγράφει τούς αγιορείτες Πατέρες τού εικοστού αιώνος, οι οποίοι ακολούθησαν τήν ζωή καί τήν μέθοδο τού οσίου Νικηφόρου καί όχι τού Βαρλαάμ. Καί αυτό είναι σημαντικό γιατί αυτήν τήν διαφορά μεταξύ τών δύο αυτών ανθρώπων τήν συναντάμε καί σήμερα στήν εκκλησιαστική μας ζωή. Υπάρχουν μοναχοί καί λαϊκοί πού αγαπούν τήν ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση καί άλλοι πού ακολουθούν τήν βαρλααμική παράδοση, η οποία είναι στήν πραγματικότητα η σύγχρονη λεγόμενη μεταπατερική θεολογία. Γι’ αυτό τό έργο τού π. Μωϋσή είναι σημαντικό, αφού μάς δείχνει τό Άγιον Όρος ως τό μεθόριο μεταξύ τού κόσμου καί τών υπερκοσμίων, ως εστία τής αρετής καί ως τό επώνυμο τής αγιότητος, πού συνεχίζει τήν παράδοση τών μεγάλων ασκητών τής Εκκλησίας.


 

3. Τό Άγιον Όρος μέ τά μάτια τού π. Μωϋσή

Τόν π. Μωϋσή τόν γνώρισα στό Άγιον Όρος, στήν Μονή τής Σίμωνος Πέτρας. Εκείνος μού είπε ότι μέ συνάντησε γιά πρώτη φορά στό καράβι πού πηγαίναμε στό Άγιον Όρος εγώ ήμουν Κληρικός καί εκείνος λαϊκός. Δέν θυμάμαι αυτήν τήν σκηνή ούτε καί τόν π. Μωϋσή. Όμως ήμουν στήν Ιερά Μονή Σιμωνόπετρας τό έτος 1979, όταν τήν επισκέφθηκε ο π. Παΐσιος γιά νά μιλήση μέ τούς μοναχούς. Τήν εποχή εκείνη αναζητούσα τόν π. Παΐσιο γιά νά συζητήσω μαζί του κάποιο θέμα καί τόν βρήκα στήν Ιερά Μονή τού οσίου Γρηγορίου. Ανέβηκα μαζί του στήν Σιμωνόπετρα καί επειδή δέν μπορούσε νά μέ δή εκεί, μέ προσέλαβε στήν συνοδεία του, βαδίζοντας περίπου τέσσερεις ώρες γιά νά πάμε στό Κελλί του, τήν Παναγούδα, καί νά μιλήσουμε εκεί, όπου καί διανυκτέρευσα καί αξιώθηκα νά γίνω αυτήκοος μάρτυρας τού τρόπου τής νυκτερινής προσευχής του. Στήν Σιμωνόπετρα, λοιπόν, άκουσα τήν διήγηση τού π. Παϊσίου γιά τόν πειρασμικό νυκτερινό επισκέπτη, τό «ταγκαλάκι» πού ενόχλησε τόν π. Παΐσιο, πού κοιμόταν δίπλα από τό κελλί τού π. Μωϋσή.

Έκτοτε ο π. Μωϋσής είχε πολλούς πειρασμούς καί όλους τούς αντιμετωπίζει μέ θάρρος, υπομονή, σιωπή, ησυχία καί προσευχή. Μιλά καί γράφει μέσα από πόνο καί χαρά, μέ ποίηση καί λόγο, μέ επιχειρήματα σοβαρά καί αποφατικά, πάντως, όμως, μέσα από τήν μυστική ακρόαση τού εσωτερικού σφυγμού τού Αγίου Όρους. Αξιώθηκε καί αυτός νά γνωρίση τόν κτύπο τής καρδιάς τού Αγίου Όρους, τήν μυστική καί απόρρητη αγρυπνία του, τό δυνατό του κρασί. Δέν παραμένει στό εξωτερικό περίβλημα, πού μπορεί νά είναι σάν τό σκληρό καρύδι, αλλά εισέρχεται φιλάνθρωπα στήν ψύχα, τόν καρπό, πού τρώγεται ευχάριστα, θερμαίνει καί ζωογονεί. Ο λόγος του είναι ποιητικός καί εκφαντικός, βγαλμένος μέσα από τόν δικό του πόνο, τήν μυστική του προσευχή, τόν αλάλητο στεναγμό, τήν αναζήτηση τήν καρδιακή, τήν αγωνία καί τήν ησυχία τού νοσοκομείου, τό άγγιγμα τού θανάτου καί τήν βίωση τής αναστάσιμης ζωής, τήν δεύτερη ζωή πού τού χάρισε ο Θεός μέ τήν συνέργεια τών γιατρών, αλλά καί τήν άλλη ζωή τής αιωνίου απαρχή. Είναι μιά μαρτυρία ζωντανή καί ευεργετική. Θαυμάζω τήν δραστηριότητά του, τήν κινητικότητά του, τόν λόγο του καί τήν μαρτυρία του, τά πετάγματα καί τήν ισορροπία του, τήν αρρενωπότητα καί τήν μητρικότητά του. Έτσι εξηγείται καί η συγγραφή, πού τήν εκλαμβάνει ως ευλογία θεϊκή.

Στό τρίτομο αυτό έργο μού άρεσαν πολλές εκφράσεις καί χαρακτηρισμοί πού δίνει σέ διάφορους αγιορείτας πού βιογραφεί. Παραθέτω μερικούς από αυτούς: «Εξασκών τήν νοεράν εργασίαν καί εσθίων τής θείας αγάπης τό μέλι, γενόμενος καί εις άλλους ωφέλιμος». «Η προσευχή τόν ανέβαζε σέ θείες θεωρίες». «Ιερός βλαστός καί ευώδης ανθός… τήν ευωδία του ευφράνθησαν πολλοί». «Δόθηκε μετά δακρύων στήν φίλη προσευχή». «Υπέταξε τόν αντάρτη νού, τήν δέσποινα κοιλία καί απέκτησε χρηστοήθεια». «Γέρασε μόνος καί δέν είχε καμιά βοήθεια». «Ήλθε στό Άγιον Όρος στήν περιβότητη Χερσόνησο τών αγίων. Η τριετής φοίτησή του στό αθωνικό φροντιστήριο τής οσιότητος… τού έδωσε ισχυρή δύναμη, γιά ν’ αρχίσει ιεραποστολικό έργο». «Τίς ασθένειες τού σώματος θεωρούσε υγεία τής ψυχής καί πηγή ταπεινώσεως». «Ένα σπάνιο ευώδες άνθος τού Περιβολιού τής Παναγίας. Επί 70 έτη μούντζωνε τήν κοσμική ματαιότητα, κάθε ανθρώπινη παρηγοριά». «Άδολος, απλός, ευθύς, πράος, υπάκουος, ακτήμων, σπάνιος αγωνιστής, ευλαβέστατος, ειλικρινής, απονήρευτος». «Εκούσια καί ακούσιος πείνα, φτώχεια, στέρηση, κακουχία, καί ταλαιπωρία. Πυκνές ασθένειες καί πολλοί πειρασμοί τόν κούρασαν αλλά δέν τόν απογοήτευσαν. Τά δεχόταν όλα ως από Θεού». «Υπήρξε ασκητικός καί βιαστής στήν καλογηρική του». «Οι ένθεες αρετές στόλιζαν τήν αγνή του καρδιά…. Τό νού του είχε μόνιμα στραμμένο στά ουράνια. Είχε χάρη τό προσωπό του. Γαλήνευε κανείς μόνο πού τόν έβλεπε. Είχε παιδική ψυχή, απλότητα, ακακία, αγαθότηττα. Τήν αρετή του τήν έκρυβε επισταμένως. «Ζεί απλά, λιτά, καλογερικά, αναπτύσσοντας τήν αρετή τής φιλοξενίας». «Έως τής κοιμήσεώς του διατήρησε ακμαία τή φιλοθεΐα, τή φιλαγιότητα, τό φιλάρετο, τό φιλάδελφο, φιλάρετο καί φιλοαθωνικό πνεύμα».

Πρίν τελειώσω αυτήν τήν σύντομη εισήγησή μου δέν μπορώ νά αγνοήσω τήν άποψη τού π. Μωϋσή γιά τό Άγιον Όρος, όπως τήν διατύπωσε μέ ποιητικό τρόπο.

«Καράβι πού ταξιδεύει τό Άγιον Όρος μέ κατάρτι τόν Άθωνα, σημαία τήν Μεταμόρφωση κι άγκυρα τήν Παναγία, στ’ αμπάρια κουβαλάει νάμα, μέλι, κερί καί λιβάνι γιά τούς πεινασμένους τού νάρθηκα, γιά τούς λαβωμένους τών στασιδιών».

Καράβι είναι τό Άγιον Όρος σάν τήν Εκκλησία –ναύς– πού πλέει μέσα στήν νεκρά θάλασσα τού βίου τούτου, γιά νά αποβιβάση τούς επιβάτες του στό εύδιο λιμάνι, τήν θεωρία τού Θεού. Αυτό τό ζωντανό καί ζωηφόρο καράβι δέχεται πολλούς πειρασμούς, από πειρατές καί διαφόρους εσμούς, από κύματα καί ονειδισμούς, βράχια καί πάθια καί όμως αυτό πορεύεται γιά νά ελλιμενισθή στόν προορισμό του, στό πέρας τού μυστηρίου.

Κατάρτι του είναι ο περιώνυμος Άθως, τόν οποίο στολίζει τό αγιορείτικο Θαβώρ, πού κρύβει μεταμορφωμένους αγιορείτας, φανερούς καί αφανείς, γνωστούς καί αγνώστους, θεατούς καί αθεάτους, ενδεδυμένους καί γυμνούς.

Άγκυρα είναι η Παναγιά, η άγκυρα τής πίστεως καί τής ελπίδας, τά μητρόθεα σπλάχνα πού αγκαλιάζουν όλον τόν κόσμο, πού παραμένει σιωπηλή καί εύλαλη μητέρα, η οποία αγαπά όλους τούς ανθρώπους, ιδιαιτέρως όσους γίνονται πνευματικές μητέρες τού Υιού της.

Στά αμπάρια του αυτό τό ευλογημένο καράβι, ως πολύτιμους θησαυρούς δέν κουβαλάει απλώς τούς καρπούς τής αρχιτεκτονικής, τής αγιογραφίας, τής παλαιογραφίας, αλλά ό,τι πιό ταπεινό, φτωχό καί γλυκό διαθέτει η Ορθόδοξη Εκκλησία καί είναι πέρα από τά αποκυήματα τής φαντασίας, τούς στοχασμούς καί τούς ευσεβισμούς. Είναι τό νάμα, πού γλυκαίνει καί τρελλαίνει τό μέλι, πού γίνεται από τίς μέλισσες τής ησυχίας καί προσφέρεται γι’ αυτούς πού αγαπούν τά γλυκέα τώ λάρυγγι λόγια τού Θεού, τά άρρητα ή καί ρητά ρήματα τό κερί, πού φωτίζει κενωτικά καί παρηγορεί ιλαρά, όπως ιλαρό είναι τό Φώς τού κόσμου τό λιβάνι, πού ευωδιάζει ουρανό καί ανεβαίνει ως οσμή ευωδίας θανάτου καί ζωής, ευλογημένης θανατοζωής.

Καί τούς θησαυρούς αυτούς τούς φυλάει κρυφά, μυστικά γιά νά τούς δώση μέ απλοχεριά σ’ αυτούς πού τό αγαπούν καί τήν μυστική φωνή του ακούν, σέ όσους έχουν πονέσει εσχατολογικά καί έχουν πληγωθή βαθειά, σ’ αυτούς πού κάθονται στόν Νάρθηκα καί πεινούν γιά άλλη δικαιοσύνη καί πονούν από τίς πληγές πού κανένα Νοσοκομείο δέν θεραπεύει καί κανένας δέν μπορεί νά ακουμπήση παρά μόνον ο αιώνιος γιατρός πού αγγίζει τρυφερά.

Τό Άγιον Όρος είναι τόπος λόγου καί σιωπής, μυστηρίου καί φανέρωσης, άσκησης καί θεοπτίας, ανθρωπιάς καί θεϊκής φοράς, παρελθόντος καί εσχάτου. Όλο τό Άγιον Όρος βρίσκεται μέσα στήν καρδιά του καί τό καταλαβαίνει αυτός πού ακούει τόν μυστικό κτύπο της, πού λέγει ακατάπαυστα τήν ευχή, τήν ουράνια ωδή. Τό εξωτερικό πλησίασμα τού Αγίου Όρους είναι οι λαμπρές ακολουθίες του, αλλά τό εσωτερικό του άγγιγμα είναι τά τερριρέμ, όχι τής ψαλτικής, αλλά τής ζωής τής καρδιακής. Άν μπορούσε κανείς νά πλησιάση τήν καρδιά ενός Αθωνίτου μοναχού, πού κάθεται στό στασίδι του σέ στάση ύπνου καί ξύπνιου, όταν ψάλλωνται τά τερριρέμ, αυτός μπορεί νά δή τί είναι τό Άγιον Όρος. Αυτήν τήν στάση τού αγρυπνούντος κεκοιμημένου μοναχού καί τήν εσωτερική κραυγή του, πού ορμά πρός τόν άναρχο Τριαδικό Θεό, σέ μιά αεικίνητη στάση καί σέ μιά στάσιμη κίνηση περιγράφει στό τρίτομο έργο του ο π. Μωϋσής.

Έτσι τό διάβασα καί αυτήν τήν αίσθηση διέκρινα. Αυτό είναι τό Άγιον Όρος. Όποιος γνώρισε κάποιο άλλο Άγιον Όρος, έχει σφαλερή αίσθηση καί γνώμη πού προσφέρεται γιά ταχύτατη αναθεώρηση, γιά νά προσεγγίση κάποιον ζωηφόρο ερημίτη. Τό Άγιον Όρος είναι γεμάτο από πνεύμα καί ζωή, αγάπη καί θαλπωρή, κομποσχοίνι καί προσευχή, αναμονή καί προσμονή, όνειρο καί κραυγή, λάδι καί κρασί, ώσμωση καταπληκτική καί αιώνια ευλογητή.

Γιά νά μιλήσης γιά τό Άγιον Όρος πρέπει νά είσαι καρδιακός αναζητητής, νηφάλια μεθυσμένος καί οινοχόος καλός, πονεμένος εραστής καί ευαίσθητος ποιητής, όπως είναι ο π. Μωϋσής.

Ευχαριστώ γιά τήν δική σας προσοχή.

Πηγή: http://www.parembasis.gr/2012/12_02_14.htm