Α) Ή ζωή του
Αυτός ό μεγάλος Πνευματικός πού διέλαμψε σαν άστρο στο μοναστήρι μας, γεννήθηκε το έτος 1887 στο χωριό Στανίτσα της επαρχίας Νεάμτς.
Όταν ήταν 7 ετών —το 1894— οί γονείς του εισήλθαν στην μοναχική ζωή, μαζί με τα τρία παιδιά τους. Ό πατέρας και ό γιος Βασίλειος πήγαν στο μοναστήρι του Σέκου, ενώ ή μητέρα με τα δύο κορίτσια της μετέβησαν στο μοναστήρι Βαράτεκ. Το έτος 1895 ό πατέρας με τον γιο του αναχώρησαν για το Άγιο Όρος. Εκεί, στην σχολή του Ορθοδόξου μοναχισμού, έζησαν με σκληρή άσκηση 11 χρόνια, συναγωνιζόμενοι πνευματικά τους αγιότερους αθωνίτες μοναχούς.
Το έτος 1906 επέστρεψαν για το μοναστήρι του Σέκου, ενώ το 1912 πήραν και οί δύο την απόφαση να δώσουν τίς μοναχικές υποσχέσεις. Ό πατέρας παίρνει το όνομα Δομετιανός, ενώ ό γιος το όνομα Βικέντιος. Ομοίως και ή μητέρα εκάρη μοναχή με το όνομα Μιχαηλίτσα, ενώ ή μεγαλύτερη κόρη της πήρε το όνομα Ευπραξία. Το έτος 1915 ό μοναχός Βικέντιος χειροτονήθηκε ιερεύς και έγινε Εκκλησιάρχης και Πνευματικός του μοναστηρίου του Σέκου. Στα χρόνια 1916-1918 απεστάλη ως υγειονομικός ιερεύς στο νοσοκομείο πού ήταν για τραυματίες. Αργότερα (1927-1928) έγινε στάρετς στο μοναστήρι της μετανοίας του. Κατά τα χρόνια 1928-1940 υπηρέτησε ως λειτουργός Ιερεύς στο μοναστήρι Άγαπία κι έγινε ό περιφημότερος Πνευματικός της Μολδαβίας.
Το έτος 1940 μετατέθηκε ως ιεραποστολικός ιερεύς στο μοναστήρι Βασιόβα περιοχής Μπάνατ, όπου συνέχιζε την ίδια αποστολική δραστηριότητα μέχρι το καλοκαιρι του έτους 1945, οπότε εξεδήμησε προς Κύριον, συνοδευόμενος από δάκρυα πολλών ανθρώπων. Τον Φεβρουάριο του 1953 τα λείψανα του ανακομίσθηκαν και τοποθετήθηκαν σε μνήμα στο μοναστήρι του Σέκου, όπου διατηρούνται μέχρι σήμερα.
Β) Έργα και λόγοι διδασκαλίας
1) Μια ημέρα ό πατέρας του πατρός Βικέντιου είπε στην γυναίκα του:
Φεύγω για το μοναστήρι να κλάψω τίς αμαρτίες μου, διότι δεν έχω κάνει τίποτε για την ψυχή μου. Καλά, εμένα δεν με λυπάσαι; Είπε ή γυναίκα του. Μ' αφήνεις μόνη με τρία παιδιά; Χωρίς αμφιβολία έχω και εγώ ψυχή. Τότε πάμε και οι δύο. Εγώ παίρνω μαζί μου το παιδί και εσύ τα κορίτσια. Από εκείνη την ήμερα έφυγαν όλοι μαζί για να υπηρετήσουν τον Χριστό, κι έγιναν τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά σπουδαίοι μοναχοί.
2) Όταν ήταν στο Αγιον Όρος, ρώτησε ό πατήρ Βικέντιος τον Πνευματικό του:
—Πες μου, πάτερ, τι να κάνω για να σωθώ;
—Αυτό να κάνης, παιδί μου, εάν επιθυμείς να σωθείς: Να προσεύχεσαι συνεχώς με δάκρυα, προφέροντας την ευχή του Ίησοΰ, να τρώγεις μια φορά την ήμερα, να άγρυπνης πάντοτε και να κάνης ημέρα και νύκτα μετάνοιες προσκυνητές. Κάθε τι πού κάνεις, να είναι με εντολή και ευλογία. Την Θεία Λειτουργία και τίς επτά καθημερινές ακολουθίες να μη τίς αφήνεις ουδέποτε, ενώ από τίς σωματικές αμαρτίες, από τίς ψυχικές και από την φιλοχρηματία να απέχεις μέχρι θανάτου.
3) Έλεγε πάλι ό Πνευματικός στον μαθητή του:
—Να ξέρης, παιδί μου, ότι δεν θα παραμείνεις πολύ καιρό στο Αγιον Όρος. Σύντομα θα επιστρέψεις με τον πατέρα σου στην Ρουμανία. Εκεί θα γίνεις μοναχός, θα λαβής το χάρισμα της ιεροσύνης και θα οδήγησης πολλούς στην οδό της σωτηρίας.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και πραγματοποιήθηκε ή προφητεία αυτού του Πνευματικού, διότι ό πατήρ Βικέντιος επανήλθε στην Χώρα και αξιώθηκε να γίνη μεγάλος ιατρός των ψυχών
4) Έλεγε γι' αυτόν ό μαθητής του ό Πρωτοσύγκελος Ευθύμιος Τανάσε:
—Το καλοκαιρι του 1917 τραυματίσθηκα βαρεία στο μέτωπο. Στο νοσοκομείο ένας Ιερομόναχος φρόντιζε τους ασθενείς. Ήταν ό ιερομόναχος Βικέντιος Μαλάου. Δεν τον γνώριζα. Προ της εξετάσεως εξομολογήθηκα σ' αυτόν και του είπα δακρυσμένος:
—Οσιότατε πάτερ, θα γλιτώσω την ζωή μου μετά άπ' αυτή την εγχειρίσει;
—Άκουσε με, αδελφέ Ιωάννη, μου είπε, να έχεις πίστη στο Θεό και θα γίνεις καλά και σύντομα θα πάς στο μοναστήρι του Σέκου και εκεί θα γίνεις μοναχός και ιερεύς.
Αυτή ή προφητεία του πατρός Βικέντιου εκπληρώθηκε το φθινόπωρο του έτους 1918.